1. Οδοί

Αλεπότρυπας – Πλατεία Ειρήνης Κουμαριανού, 27/97, οδός Κερκύρας, 16Α /97

Αλεπότρυπα είναι ο χαμηλός λόφος της Αθήνας – αλλιώς Ελικώνας – ανάμεσα στο Γαλάτσι και την Κυψέλη.

 

 

 

 

 

 

 

Σπύρου Βασιλείου – Ζήνωνος, Αγίας Γλυκερίας, Κοζάνης & Κιλκίς

Ο Σπύρος Βασιλείου (ζωγράφος, αγιογράφος, χαράκτης, σκηνογράφος, γραφίστας, διακοσμητής, συγγραφέας – κριτικός, δάσκαλος) έχει ζωγραφίζει την πόλη μας δεκάδες φορές και με διαφορετικές τεχνοτροπίες. Τα περισσότερα έργα του βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη.  Ο Σπύρος Βασιλείου (Γαλαξίδι, 16 Ιουνίου 1903 − Αθήνα, 22 Μαρτίου 1985) ήταν Έλληνας καλλιτέχνης, ένας από τους πλέον παραγωγικούς, αναγνωρίσιμους και δημοφιλείς Έλληνες εικαστικούς. Ζωγράφος, αγιογράφος, χαράκτης, σκηνογράφος, γραφίστας, διακοσμητής, συγγραφέας-κριτικός, δάσκαλος, έχει στο ενεργητικό του περισσότερα από 5.500 έργα. Την καλλιτεχνική του παραγωγή χαρακτηρίζει η συνάντηση των διδαγμάτων της λαϊκής και της βυζαντινής τέχνης με τους πειραματισμούς των σύγχρονών του ρευμάτων. Γεννήθηκε το 1903 στο Γαλαξίδι[9]. Σπούδασε στην Αθήνα με υποτροφία, στη Σχολή Καλών Τεχνών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, από το 1921 έως το 1926 έχοντας ως δασκάλους τους Καλούδη και Λύτρα. Άρχισε να παρουσιάζει τα έργα του σε εκθέσεις αμέσως μετά την αποφοίτησή του (το 1926 εκθέτει στο φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Αθηνών μαζί με τους Πολύκλειτο Ρέγκο, Σπύρο Κόκκινο και Αντώνη Πολυκανδριώτη, στην «Έκθεση των Τεσσάρων» όπως την αποκάλεσαν). Ο Βασιλείου έκανε την πρώτη ατομική έκθεσή του το 1929 στην γκαλερί Στρατηγοπούλου. Το 1930 απέσπασε το Μπενάκειο Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για τα σχέδια των τοιχογραφιών του ναού του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου στο Κολωνάκι. Με τα χρήματα του βραβείου κάνει το πρώτο του ταξίδι στην Ευρώπη, όπου είχε την ευκαιρία να επισκεφτεί μουσεία και συλλογές. Η αγιογράφηση του Αγίου Διονυσίου πραγματοποιήθηκε μεταξύ 1936 και 1939.[11] Υπήρξε μέλος τον καλλιτεχνικών ομάδων Τέχνη και Στάθμη και του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος, συμμετείχε σε διεθνείς εκθέσεις, στην Μπιενάλε της Βενετίας (1934, 1964), στην Αλεξάνδρεια το 1957 και στο Σάο Πάολο το 1959[11] ενώ έργα του παρουσιάστηκαν στο Ντιτρόιτ το 1955 (με την αφορμή της εικονογράφησης του ναού του Αγίου Κωνσταντίνου στο Ντιτρόιτ) και το 1960 στο Μουσείο Γκούγκενχαϊμ στη Νέα Υόρκη (για το έργο του «Φώτα και Σκιές» συγκεκριμένα, απέσπασε τότε το βραβείο Guggenheim του ελληνικού τμήματος της AICA)[11]. Έργα του Βασιλείου βρίσκονται σε πολλές δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Τα ευρισκόμενα στην Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου έργα του αντιπροσωπεύουν τις διαφορετικές δεκαετίες της δουλειάς του. Στην Εθνική Πινακοθήκη ο Βασιλείου πραγματοποίησε αναδρομική έκθεση το 1975 και παρουσίασε ένα βασισμένο στο έργο του πολυθέαμα το 1983[11]. Ο Σπύρος Βασιλείου δίδαξε στην Παπαστράτειο Σχολή και αργότερα στο Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο. Ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ).

 

Σπύρου Βραδή  – σκαλοπάτια Ξάνθης & Δράμας

Ο Σπύρος Βραδής υπήρξε εξέχων γιατρός του Γαλατσίου.

 

 

 

 

 

 

 

Διός Αγχεσμίου – σκαλοπάτια ανάμεσα Πρωτοπαπαδάκη & Έβρου, απέναντι από οδό Καβάλας

Ο αρχαίος περιηγητής Παυσανίας (περί το 150 μ.Χ.) αναφερόμενος στα όρη που περιβάλλουν την Αθήνα, μετά την Πεντέλη, τον Υμηττό και την Πάρνηθα, λέει: «και Αγχεσμός όρος εστί ου μέγα, και Διός άγαλμα αγχεσμίου» (Παυσ. Αττικά Ι. 32 2). Από το απόσπασμα προκύπτει ότι ο Αγχεσμός ήταν μικρό βουνό, στο οποίο υπήρχε άγαλμα του αγχεσμίου Διός. «Επί του Αγχεσμού ην άγαλμα του Διός και μέχρι χθες εσώζετο κλίμαξ και επιγραφή ΔΙΟΣ ΑΓΧΕΣΜΟΥ λελαξευμέναι επί του βράχου… όπερ σημαίνει ότι ιστορικόν μνημείον υπό μόνου του Παυσανίου μνημονευόμενον, κατεστράφη ένεκα της αμαθείας ή αφροντησίας των προϋπαρξασών Κυβερνήσεων»

 

 

 

Δημητρίου Καμπούρογλου – Αλκυόνης, Κουντουριώτου & Χριστιανουπόλεως

Ο Δημήτριος Καμπούρογλου (ιστοριοδίφης, λογοτέχνης, δικηγόρος, ποιητής και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών) μας ταξιδεύει στο Γαλάτσι του 1600 με το εξαιρετικό του κείμενο «Γραικός, Γενίτσαρος και Βενετσάνος» και μας περιγράφει την πηγή από την οποία τρέχει αγιασμένο νερό. Ο Δημήτριος Καμπούρογλου ή Καμπούρογλους (14 Οκτωβρίου 1852 – 21 Φεβρουαρίου 1942) ήταν ιστοριοδίφης, λογοτέχνης, ακαδημαικός, δικηγόρος, ποιητής και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Γεννήθηκε στην Αθήνα αλλά καταγόταν από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης και ήταν γιος του Γρηγορίου Καμπούρογλου, ιδρυτή της Εθνικής σκηνής, και της λογίας Μαριάννας Σωτηριανού – Γέροντα, κόρης του Άγγελου Γέροντα. Βαφτίστηκε από τον αυλάρχη του Όθωνα, Π. Νοταρά. Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1877 αναγορεύτηκε διδάκτορας. Αρχικά εργάστηκε ως δικηγόρος και στη συνέχεια ασχολήθηκε με την ιστορική αναδίφηση και την Ιστοριογραφία με την οποία και ασχολήθηκε τελικά. Από το 1873 έως το 1881 αναλαμβάνει την αρχισυνταξία της «Εφημερίδος», του εκδότη Δημήτριου Κορομηλά. To 1881 διαφωνώντας με τον Κορομηλά, αποχωρεί απο την αρχισυνταξία της εφημερίδας και ιδρύει τη δική του εφημερίδα, που την ονομάζει «Νέα Εφημερίς» ενώ το 1882 υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος. Την περίοδο 1884-1886 ήταν διευθυντής του περιοδικού «Εβδομάς». Το 1891 προσλήφθηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και τον επόμενο χρόνο διορίστηκε επιμελητής των χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Την περίοδο 1904-1917 διετέλεσε διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης, αλλά το 1917 με τον νόμο περί άρσης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων παύθηκε από τη θέση του. Το 1923 τιμήθηκε από την πολιτεία με το αριστείο γραμμάτων. Το 1927 έγινε το πρώτο δια εκλογής μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών και την περίοδο 1934-1935 χρημάτισε πρόεδρος της Ακαδημίας.Στις αρχές του 1942 ασθένησε με πνευμονία, στις 10 Φεβρουαρίου υπέστη ένα ελαφρύ εγκεφαλικό επεισόδιο και στις 21 Φεβρουαρίου της ίδιας χρονιάς πέθανε. Ήταν παντρεμένος με την Καλλιόπη Μαράτου από το1884 και είχε τρία παιδιά: Τον Γρηγόρη, την Ελένη και την Τζένη. Στις 19 Απριλίου του 1939 έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του στην πλατεία Φιλομούσου Εταιρείας στην Πλάκα.

 

 

Λυκοβουνίων – Πλατεία Αγχεσμού – 59/97, οδός Βυζαντίου, οδός Παραδεισίων

Παλαιότερη ονομασία της λοφοσειράς του Αγχεσμού, των Τουρκοβουνίων. Τα Λυκοβούνια βρίσκονται σε μία ιδιαίτερη στρατηγική θέση καθότι από την κορυφή τους μπορεί κάποιος να έχει πανοραμική θέα σχεδόν όλης της Αθήνας. Για την ονομασία τους υπάρχουν τρεις εκδοχές. Η πρώτη εικάζεται ότι έχει τις ρίζες της στην παρουσία των λύκων που ζούσαν παλιότερα στο δάσος της λοφοσειράς. Η δεύτερη αναφέρει ότι η ονομασία πάρθηκε από το όνομα ενός εκ των τριών γιων του Ερεχθέα, τον Λύκο. Η τελευταία εκδοχή στηρίζεται στο έντονο φως που πέφτει πάνω στους λόφους κατά τη δύση του ηλίου. Στην αρχαιότητα η λοφοσειρά ονομαζόταν «Αγχεσμός» από την σύνθεση των λέξεων «αγχί» που σημαίνει πλησίον και «εσμός» που σημαίνει σμήνος. Στα Λυκοβούνια λατρευόταν ο «Αγχέσμιος Δίας» ή «Όμβριος Δίας», μιας και σύμφωνα με τη μυθολογία από εκεί ξεκινούσαν όλες οι καταιγίδες. Ο Παυσανίας στα «Αττικά» αναφέρει ότι οι κάτοικοι της Αθήνας προσεύχονταν στο ξόανο του θεού, που βρισκόταν στην κορυφή, για να φέρει βροχή στα κτήματά τους και θυσίαζαν ζώα προς τιμήν του.

 

 

Νικολάου Λύτρα – Ανδριτσαίνης, Νιόβης, Δρυάδων & Χριστιανουπόλεως

Ο Νικόλαος Λύτρας (διακεκριμένος ζωγράφος μας) έχει ζωγραφίσει την πόλη μας – αρχές του 1900 – και το λόφο της.  Ο Νικόλαος ή Νίκος Λύτρας (Αθήνα, Μάιος 1883 – Δεκέμβριος 1927) ήταν διακεκριμένος Έλληνας ζωγράφος των αρχών του 20ού αιώνα. Σπούδασε ζωγραφική στο Σχολείο των Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας από το 1902 έως το 1906, με δάσκαλους τον πατέρα του Νικηφόρο Λύτρα, και τον Γεώργιο Ιακωβίδη. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ακαδημία του Μονάχου από το 1907 έως το 1912, με δάσκαλο τον Λούντβιχ φον Λοφτς. Εικάζεται ότι στο Μόναχο, ο νεαρός Νικόλαος Λύτρας γνώρισε τον γερμανικό εξπρεσιονισμό και τις δημιουργίες της περίφημης ομάδας «Γαλάζιος Καβαλάρης»[5]. Πιο ανοιχτός στα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής, ο Νικόλαος Λύτρας έγινε τελικά ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον ρομαντικό ρεαλισμό του 19ου αι. και την μοντέρνα τέχνη του 20ού αι., ειδικά τον εξπρεσιονισμό. Στα έργα του, που συνήθως είναι προσωπογραφίες, τοπία και νεκρές φύσεις, άρχισε να χρησιμοποιεί πλατιές ελεύθερες πινελιές, παχύρρευστο χρώμα και χειρονομιακή γραφή ξεφεύγοντας σημαντικά από τον τότε καθιερωμένο ακαδημαϊσμό της «Σχολής του Μονάχου». Η τεχνοτροπία του δεν άργησε να προκαλέσει το τότε συντηρητικό φιλότεχνο κοινό της Αθήνας. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων πολέμησε ως έφεδρος αξιωματικός και παρασημοφορήθηκε για τη δράση του. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, συμμετείχε στις εκθέσεις του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών τα έτη 1915, 1916, 1917, 1920 και 1926, ενώ το 1919 εξέθεσε από κοινού με τον γλύπτη Γρηγόριο Ζευγώλη. Τον Αύγουστο του 1917, μαζί με τον Κωνσταντίνο Παρθένη, τον Περικλή Βυζάντιο, τον Θεόφραστο Τριανταφυλλίδη και τον Λυκούργο Κογεβίνα, δημιούργησε την «Ομάδα Τέχνη», με στόχο την απαλλαγή από τον ζυγό της ακαδημαϊκής (γερμανικής) ζωγραφικής. Με την ίδια καλλιτεχνική ομάδα συνεργάσθηκαν επίσης ο Κωνσταντίνος Μαλέας, ο Οδυσσέας Φωκάς και ο γλύπτης Μιχάλης Τόμπρος. Η «Ομάδα Τέχνη» είχε την υποστήριξη του κόμματος των Φιλελευθέρων, του ίδιου του Ελευθερίου Βενιζέλου και τη θερμή θεωρητική στήριξη του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Οι εκθέσεις της Ομάδας το 1917, το 1918 και το 1928 έφεραν την αύρα της γαλλικής ζωγραφικής στον ελλαδικό χώρο. Το 1923, ο Νίκος Λύτρας ήταν συνυποψήφιος με τον Κωνσταντίνο Παρθένη για την έδρα ζωγραφικής της Σχολής Καλών Τεχνών. Τελικά την έδρα την κέρδισε ο Λύτρας, με αποτέλεσμα να κατηγορηθεί ότι, μιας και ήταν γιος του Νικηφόρου Λύτρα, εκπροσωπούσε την ξεπερασμένη Σχολή του Μονάχου[7]. Εντούτοις σύγχρονοι τεχνοκριτικοί θεωρούν ότι ο Νικόλαος Λύτρας όχι μόνο δεν εξέφραζε τον ακαδημαϊκό ρεαλισμό του 19ου αιώνα, αλλά ήταν πιο μοντέρνος και από τον συνυποψήφιό του Παρθένη. Στα λίγα χρόνια που δίδαξε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, κατάφερε να αλλάξει τη δομή και το ρόλο των εργαστηρίων, που αποτελούσαν πλέον αυτοτελείς εκπαιδευτικές μονάδες με υπεύθυνο έναν καλλιτέχνη-καθηγητή. Κυρίως όμως, πρόλαβε να εισαγάγει στη σχολή τα νέα ρεύματα, καθώς και μια νέα οπτική της τέχνης και της διδασκαλίας της. Γενικότερα, ο Νικόλαος Λύτρας, με την ιδιαίτερη τεχνοτροπία του σε σχέση με το χρώμα, εισήγαγε στην Ελλάδα τον εξπρεσιονισμό. Τα φωτεινά τοπία και οι προσωπογραφίες του με τις αδρές πινελιές, έργα για τα οποία δέχτηκε σκληρή πολεμική από τους υποστηρικτές της ρεαλιστικής σχολής, δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα έργα αντίστοιχων Ευρωπαίων εξπρεσιονιστών. Άλλοι πάλι βρίσκουν πως το έργο του στέκεται πιο κοντά στο μεταϊμπρεσιονιστικό έργο του Πωλ Σεζάν. Δυστυχώς για τον ζωγράφο, πέθανε νέος από φυματίωση και η αναγνώριση του πρωτοποριακού του έργου άργησε να έλθει. Σήμερα όμως θεωρείται ένας από τους κύριους ανανεωτές της ελληνικής ζωγραφικής. Μετά τον θάνατό του, διοργανώθηκαν αναδρομικές εκθέσεις του έργου του στο Ζάππειο το 1929, στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1936 και στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας το 2008.

 

Νταμαρίων (105/99) – Τήνου

Γύρω στο 1900, τα περισσότερα λατομεία στο κέντρο της Αθήνας κλείνουν με νόμο. Το ενδιαφέρον των επιχειρήσεων στρέφεται τότε στα προάστια. Νταμάρια ανοίγουν στους λόφους του Γαλατσίου, των Πατησίων και της Κυψέλης, ενώ κοντά τους χτίζονται ασβεστοκάμινα μικρά και μεγάλα.

 

 

 

 

 

Ομφάλης (118/98) – Τράλλεων, Λαμπρινής

Η οδός, επισήμως, θεωρείται ανώνυμη. Παρόλα αυτά έχει το όνομα της μυθολογικής βασίλισσας της Λυδίας, ερωμένης του Ηρακλή. Οπότε ονοματοδοτείται, επίσημα, με το ίδιο οδωνυμικό. Ωραιότατη και ακόλαστη μυθική βασίλισσα των Λυδών, κόρη του Ιαρδάνου και σύζυγος του Τμώλου, βασιλιά των Λυδών. Κοντά της έζησε επί τρία χρόνια ο Ηρακλής ως δούλος για να εξαγνιστεί για το φόνο του Ιφίτου. Ο Ηρακλής την ερωτεύτηκε και, έρμαιο του πάθους του, υποχρεώθηκε από αυτήν να υποστεί πολλές ταπεινώσεις (ντυνόταν γυναικεία, έγνεθε κλπ.). Μαζί της απόκτησε τρεις γιούς, τον Λ¨αμωνα, τον Αγέλαον ή Αχέλην και το Ύλλον (υπάρχουν και άλλες παραλλαγές του μύθου). Ο μύθος του Ηρακλέους και της Ομφάλης έδωσε την έμπνευση σε πολλούς αρχαίους και νεότερους καλλιτέχνες. Η Ομφάλη σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία ήταν κόρη του Ιαρδάνου και βασίλισσα της Λυδίας. Παντρεύτηκε τον Τμώλο και μετά το θάνατό του βασίλεψε μόνη στη Λυδία. Ο μυθικός ήρωας Ηρακλής κατέληξε σκλάβος στην αυλή της μετά τον φόνο τού Ιφίτου υιού του Ευρύτου και μάλιστα λέγεται ότι την υπηρετούσε για αρκετό χρονικό διάστημα, ντυμένος γυναίκα και κάνοντας οικιακές δουλειές. Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν τουλάχιστον έναν γιο του Ηρακλή που απέκτησε στην Λυδία με την ίδια την Ομφάλη η με μία σκλάβα. Ο Ηρόδοτος γράφει ότι γιος του Ηρακλή και της Ομφάλης ήταν ο Αλκαίος, βασιλιάς της Λυδίας και γενάρχης των Ηρακλειδών της Λυδίας που βασίλευσαν στην Λυδία.

 

Ζαχαρία Παπαντωνίου – Μεσολογγίου, Δωριέων & Νικοτσάρα

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου (λογοτέχνης, ποιητής, διηγηματογράφος, δημοσιογράφος, κριτικός τέχνης και ακαδημαϊκός) περιγράφει σε κείμενό του το Γαλάτσι του 1911 με την τέντα, το καφενείο και  την πηγή, όλα δίπλα στην παλαιά εκκλησία της Αγίας Γλυκερίας. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου (Καρπενήσι, 2 Φεβρουαρίου 1877 – Αθήνα, 1 Φεβρουαρίου 1940) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, ποιητής, πολιτικός, διηγηματογράφος, δημοσιογράφος, κριτικός τέχνης και ακαδημαϊκός, υποστηρικτής της δημοτικής γλώσσας στο γλωσσικό ζήτημα. Από το 1908 μέχρι το 1910 βρισκόταν στο Παρίσι, απ’ όπου αρθρογραφούσε για την εφημερίδα Εμπρός. Μεταξύ 1912 και 1916 είχε αναλάβει νομάρχης Ζακύνθου, Κυκλάδων, Μεσσηνίας και Λακωνίας. Το 1918 ανέλαβε τη θέση του Διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης και στη συνέχεια (και μέχρι τον θάνατό του) πρόεδρος του μονίμου καλλιτεχνικού συμβουλίου της. Την ίδια αυτή χρονιά εξέδωσε το διήγημα και πεζογραφημά του «Τα Ψηλά Βουνά». Η πρώτη εμφάνιση του Παπαντωνίου στα γράμματα έγινε με σατιρικούς στίχους, τους οποίους είχε γράψει όταν ήταν ακόμη μαθητής και είχαν δημοσιευτεί στο βραχύβιο σατιρικό περιοδικό Αί Μηχανορραφίαι, με τον Νικόλαο Κουντουριώτη και Ιωάννη Δεληκατερίνη. Το 1938 εκλέχθηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (έδρα Λογοτεχνίας, τάξη Γραμμάτων και Τεχνών). Οι γονείς του ήθελαν να σπουδάσει γιατρός, εκείνος, όμως, προτίμησε τη Ζωγραφική. Στο Παρίσι πήγε αργότερα ως ανταποκριτής της εφημερίδας Εμπρός, στην οποία και δημοσίευσε το πρώτο διήγημα και πεζογράφημα του, «Τα Παρισινά Γράμματα», το οποίο και προκάλεσε μεγάλη και παγκόσμια αίσθηση και εντύπωση και τα οποία και κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του σε έναν τόμο με τον τίτλο «Φιλολογικά Χρονογραφήματα». Επιστρέφοντας από το Παρίσι, συνέχισε να εργάζεται ως ανταποκριτής, αρθογράφος και ως αρχισυντάκτης στην εφημερίδα Εμπρός για άλλα 3 χρόνια. Απεβίωσε από καρδιακή ανακοπή το απόγευμα της 1ης Φεβρουαρίου 1940, εν όσω επέβαινε σε τραμ της γραμμής Πατησίων-Ομονοίας, κατευθυνόμενος σε συνεδρίαση της Ακαδημίας

 

 

 

 

Στοιχεία Επικοινωνίας
Αρχιμήδους 2 & Ιπποκράτους
Τ.Κ.: 11146, Γαλάτσι
Τηλ. Κέντρο: +(30) 213.2055300
Εmail: grafeiotypougalatsi@galatsi.gr