Β. Όλα τα οδωνυμικά των οδών του Γαλατσίου

 

Άγιοι Ανάργυροι: Η οδός αρχίζει από το Γαλάτσι και συνεχίζεται στο Δήμο Αθηναίων. Παλαιότερα, το τμήμα της στο Γαλάτσι από την οδό Κοκκερέλ μέχρι την οδό Στεφανοπούλου λεγόταν Διηάνειρας, από τη μυθική σύζυγο του Ηρακλέους.  Οι Άγιοι Ανάργυροι είναι επίθετο χριστιανών αγίων που δεν δέχονταν πληρωμή για τις αγαθές πράξεις τους. Αυτοί ήταν συνήθως χριστιανοί ιατροί που προσέφεραν χωρίς αμοιβή τις υπηρεσίες τους. Στα συναξάρια ως «Ανάργυροι» αναφέρονται οι άγιοι και οι άγιες: Κοσμάς και Δαμιανός οι εν Μικρά Ασία, η μνήμη τους τιμάται την 1η Νοεμβρίου  –  Κοσμάς και Δαμιανός οι εν Ρώμη, η μνήμη τους τιμάται την 1η Ιουλίου  – Ζηναΐς και Φιλονίλλα, αδελφές, συγγενείς του αποστόλου Παύλου, η μνήμη τους τιμάται στις 11 Οκτωβρίου  – Κύρος και Ιωάννης, οι «θαυματουργοί άγιοι», η μνήμη τους τιμάται στις 31 Ιανουαρίου  – Διομήδης, από την Ταρσό της Κιλικίας Μικράς Ασίας, έζησε και έδρασε στην Νίκαια της Βιθυνίας, τον 3ο αι. μ. Χ., η μνήμη του τιμάται στις 16 Αυγούστου  –  Παντελεήμων (άγιος Πανταλέων), από τη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας, η μνήμη του τιμάται στις 27 Ιουλίου – Τρύφων, άγιος από τη Φρυγία της Μικράς Ασίας, η μνήμη του τιμάται την 1η Φεβρουαρίου

 

 

Αγία Γλυκερία: Στην Αγία Γλυκερία συγκεντρώνονταν σε παλαιότερους χρόνους εθιμικά τα επαγγελματικά σωματεία (σινάφια) της Αθήνας και γιόρταζαν τους εκάστοτε προστάτες Αγίους τους. Πρόκειται για τρίκλιτη σταυροειδή βασιλική μετά τρούλου αφιερωμένη στην Αγία Γλυκερία, πολιούχο του Γαλατσίου, και αποτελεί τον κεντρικό ναό της ενορίας Αγίας Γλυκερίας Γαλατσίου που υπάγεται στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Ο σύγχρονος ναός άρχισε να χτίζεται το 1927 πάνω σε παλαιότερο καθολικό μονής, που σύμφωνα με τις πηγές υπήρχε στην περιοχή από τον 17ο αιώνα. Ήταν εκκλησία βασιλικού ρυθμού με τρούλο, μονόκλιτη με τυφλά τόξα στους κατά μήκος τοίχους. Ο νάρθηκας ήταν μεταγενέστερη προσθήκη, ενώ ο θόλος του είχε άξονα κάθετο προς εκείνον του κυρίως ναού. Η θεωρία ότι ο παλαιός ναός ανεγέρθηκε από την Αγία Φιλοθέη το 1590 δεν ευσταθεί, καθώς η Φιλοθέη πέθανε στις 19 Φεβρουαρίου 1589. Το 1847 ο Γάλλος μελετητής Πωλ Ντυράν απεικόνισε σε πέντε του σχέδια τοιχογραφίες κτιστού τέμπλου σε ναό μπροστά σε όμορφη εκκλησιά κοντά στην Αθήνα (près d’ Athènes)» που θα μπορούσαν να αποδοθούν στον παλαιό ναό της Αγίας Γλυκερίας. Τον Ιούνιο του 1892 έγινε πίσω από αχυρώνα που υπήρχε δίπλα στην εκκλησία μια μονομαχία με πιστόλια ανάμεσα στον γραμματέα της τουρκικής πρεσβείας Αλφρέντ Μπέη και τον υπίλαρχο Πιερράκο, στην οποία νίκησε ο πρώτος.

 

 

Άγιος Δημήτριος: Ο άγιος μεγαλομάρτυρας Δημήτριος γεννήθηκε στη Θεσσαλονική και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Δοκλητιανού και του Τετράρχη Γαλέριου Μαξιμιανού (284 – 305 μ.), εποχή κατά την οποία έγινε φοβερός διωγμός κατά των χριστιανών. Εκτελέστηκε μαρτυρικά.

 

 

 

 

 

Αγία Ειρήνη: Ο δρόμος αυτός πήρε το όνομά του από την ομώνυμη εκκλησία. Ονομαζόταν παλιότερα Πανουργιά προς τιμήν του κλεφταρματωλού και Φιλικού Δημήτρη Πανουργιά. Η Αγία Ειρήνη η Μεγαλομάρτυς έζησε περί τον 4ο αιώνα. Ήταν από τη Μαγεδών, κόρη του τοπικού άρχοντα Λικινίου. Το αρχικό όνομά της ήταν Πηνελόπη. Όταν όμως ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό βαπτίσθηκε Ειρήνη. Η χριστιανική παράδοση αναφέρει πως ήταν εξαιρετικής ομορφιάς και μόρφωσης και με ιδιαίτερη ευφράδεια και έντονο θρησκευτικό ζήλο. Ανέλαβε ιεραποστολικά καθήκοντα στη Περσία επί Σαπώρ Α΄ όπου και υπέστη μεγάλη καταδίωξη.  Τελικά η Ειρήνη κατέφυγε στην Έφεσο συνεχίζοντας να διδάσκει με ακόμη εντονότερο ζήλο και με λαμπρά αποτελέσματα ως το θάνατό της που έλαβε χώρα στην ίδια πόλη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ανακήρυξε την Ειρήνη Αγία και Μεγαλομάρτυρα και όρισε να τιμάται η μνήμη της στις 5 Μαΐου κατ΄ έτος. Ήταν προστάτις της Ελληνικής Χωροφυλακής και σήμερα της Ελληνικής και Κυπριακής Αστυνομίας. Η Τίμια Κάρα της Αγίας φυλάσσεται στον Ιερό Ναό Αγίας Ειρήνης Ριγανοκάμπου Πατρών

 

 

Άγιος Σπυρίδων: Ο Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, πολιούχος της Κέρκυρας, έζησε τον 4ο αι. και ήταν επίσκοπος Τριμυθούντος της Κύπρου. Καταγόταν από οικογένεια ιερέων. Ο ίδιος ξεκίνησε ως βοσκός, αλλά τελικά πήρε καλή μόρφωση. Πήρε μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια (325), όπου διακρίθηκε για τον αγώνα του εναντίον του Αρειανισμού. Του αποδίδονται πολλά θαύματα. Το σκήνωμά του (που σώζεται ακέραιο) μεταφέρθηκε τον 7ο αι. στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα, λίγο πριν από την Άλωση, στην Κέρκυρα, όπου ανήκε στην οικογένεια Βούλγαρη (το 1925 περιήλθε στη δικαιοδοσία του ομώνυμου ναού, όπου φυλάσσεται). Η λαϊκή παράδοση αποδίδει σε θαύμα του «Αγίου» τη σωτηρία του νησιού από την Τουρκική επιδρομή του 1716. Στο Γαλάτσι υπάρχουν δύο οδοί Αγίου Σπυρίδωνος: η μία βρίσκεται στην περιοχή της Λαμπρινής (χωρίς να υπάρχει εκκλησία) και η άλλη στην περιοχή Περιβόλια, όπου και ο ομώνυμος Ναός. Η οδός αυτή λεγόταν                                                                          παλαιότερα Αχιλλέως, από τον ομηρικό ήρωα.

 

 

Αετοράχη: Ορεινό χωριό (υψόμετρο 860) και βραχώδη υψώματα στα νότια του Μπιζανίου και των Ιωαννίνων. Από τις πολλές μάχες που έγιναν στην περιοχή κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, σπουδαιότερη ήταν η νικηφόρα για τα ελληνικά όπλα μάχη που έγινε στις 29 Νοεμβρίου έως αρχές Δεκεμβρίου 1912 και η οποία συνέβαλε αποφασιστικά στην πολιορκία του Μπιζανίου και στην επακόλουθη απελευθέρωση των Ιωαννίνων στις 21 Φεβρουαρίου 1913.

 

 

 

 

 

Αετοφωλιά: Ονομασία υψώματος που βρίσκεται στην περιοχή Γαλατσίου – Κυψέλης. Αναφέρεται σε πολλά έγγραφα (ταπία και χοτζέτια) της εποχής της Τουρκοκρατίας.

 

 

 

 

 

Αθηναίοι: Οι κάτοικοι της αρχαίας και της νεότερης Αθήνας ή οι καταγόμενοι από εκεί. Οι αρχαίοι Αθηναίοι ήταν οι φορείς ενός από τους λαμπρότερους πολιτισμούς που γνώρισε η ανθρωπότητα, που κορυφώθηκε στην περίοδο, η οποία αποκαλείται «Χρυσούς Αιών των Αθηνών» (2ο μισό του 5ου αι. π.Χ.).

 

 

 

 

 

Αφαία: Αρχαιότατη θεότητα της Κρήτης, κόρη του Διός, η οποία κατά τη μυθολογία κατέφυγε στην Αίγινα. Περίφημος είναι ο ναός της Αφαίας στην Αίγινα, κτίσμα του 5ου αι. π.Χ., ο οποίος σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση.

 

 

 

 

 

Αιγίνα: Νησί του Σαρωνικού Κόλπου με αρχαιότατη ιστορία και μεγάλο αρχαιολογικό ενδιαφέρον (Ναός της Αφαίας). Στη μεγαλύτερη ακμή της έφθασε τον 6ο αι. π.Χ. οπότε έκοψε και νομίσματα. Το 456 π.Χ. έγινε κτήση των Αθηναίων και στη συνέχεια πέρασαν από εκεί πολλοί κατακτητές (Ρωμαίοι, Φράγκοι, Τούρκοι). Το 16οαι. είχε ερημωθεί τελείως, αλλά αργότερα κατοικήθηκε και πάλι. Μετά την Απελευθέρωση η πόλη της Αίγινας έγινε για μικρό διάστημα (1828) πρωτεύουσα του Ελληνικού Κράτους. Σήμερα ιδιαίτερα προηγμένος είναι ο τουρισμός.

 

 

 

 

Αιγόσθενα: Αρχαία πόλη της Βοιωτίας με ισχυρή οχύρωση του 5ου αι. π.Χ., που σώζεται μέχρι σήμερα. Βρισκόταν στην περιοχή του σημερινού Πόρτο – Γερμενό. Η ακμή της τοποθετείται στους πρώιμους αρχαϊκούς χρόνους. Αργότερα την κατέλαβαν οι Αθηναίοι, στους οποίους οφείλεται και η οχύρωσή της. Η οδός Αιγοσθενών στο Γαλάτσι είναι συνέχεια της ομώνυμης οδού του Δήμου Αθηναίων.

 

 

 

 

Αισχύλος (525 456 π.Χ.): Ένας από τους μεγαλύτερους αρχαίους τραγικούς ποιητές, από την Ελευσίνα, γιος του Ευφορίωνος. Πήρε μέρος στους Περσικούς Πολέμους και έγραψε πολλές τραγωδίες, από τις οποίες σώζονται μόνο επτά («Αγαμέμνων», «Χοηφόροι», «Ευμενίδες», «Πέρσαι», «Προμηθεύς Δεσμώτης», «Επτά επί Θήβας», «Ικέτιδες»). Πέθανε στη Σικελία την ώρα που έγραφε, όταν, όπως λέγει ο θρύλος, έπεσε στο κεφάλι του μία χελώνα που την κρατούσε στα νύχια του ένας αετός.

 

 

 

Αιτωλικό(ν): Κωμόπολη του νομού Αιτωλοακαρνανίας κοντά στο Μεσολόγγι. Είναι κτισμένη σε ένα νησάκι στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού και συνδέεται με την ξηρά με δύο πέτρινες γέφυρες. Εκεί δικάστηκε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης όταν κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία από τον Αλέξ. Μαυροκορδάτο. Υπέστη μεγάλες καταστροφές κατά την πολιορκία του Μεσολογγίου το 1826 και απελευθερώθηκε το 1829.

 

 

 

 

Ακτήμονες: Η οδός ονομάστηκε έτσι γιατί βρίσκεται στην περιοχή «Ακτημόνων» του Γαλατσίου, που ιδρύθηκε από τον ομώνυμο Συνεταιρισμό των πρώτων ακτημόνων οικιστών. Το τμήμα της οδού Ακτημόνων από την οδό Αφαίας μέχρι την οδό Δρυοπίδος στα Τουρκοβούνια, λεγόταν παλαιότερα Καρούσου, από το όνομα κτηματία της περιοχής.

 

 

 

 

Αλαμάνα: Κοινή ονομασία του ποταμού Σπερχειού, ιδίως του τμήματός του προς τις εκβολές. Στο γεφύρι της Αλαμάνας έγινε στις 23 Απριλίου 1821 η περίφημη μάχη ανάμεσα στους Έλληνες με αρχηγό τον Αθανάσιο Διάκο και τους Τούρκους με αρχηγούς  τους Ομέρ Βρυώνη και Κιοσσέ Μεχμέτ. Εκεί τραυματίστηκε ο Αθαν. Διάκος, συνελήφθη αιχμάλωτος και την επομένη ημέρα βρήκε μαρτυρικό θάνατο στη Λαμία.

 

 

 

 

Αλεπότρυπα: Αλεπότρυπα είναι ο χαμηλός λόφος της Αθήνας – αλλιώς Ελικώνας – ανάμεσα στο Γαλάτσι και την Κυψέλη.

 

 

 

 

 

Αλίαρτος: Αρχαία πόλη της Βοιωτίας, κοντά στην Κωπαΐδα και σημερινή κωμόπολη (παλαιότερα Μούλκι). Ερείπια τειχών της αρχαίας πόλεως σώζονται κοντά στο σημερινό χωριό Μάζι.

 

 

 

 

Αλκυόνη: Μυθική κόρη του Αιόλου και σύζυγος του Κήυκος. Ύστερα από τον πνιγμό του συζύγου της και τη μεταμόρφωσή του σε γλάρο, οι θεοί μεταμόρφωσαν την Αλκυόνη σε πτηνό (αλκυόνα) και της χάρισαν τις «αλκυονίδες μέρες» του τέλους Ιανουαρίου, για να γεννά τα αυγά της σε σχετική καλοκαιρία.

 

 

 

 

Άλτις: Ιερό άλσος στην Ολυμπία, αφιερωμένο στον Δία, όπου υπήρχαν τα ιερά και τα άλλα καθιδρύματα του Ολυμπιακού χώρου. Συνέχεια της Άλτεως ήταν το Στάδιο, όπου ετελούντο οι Ολυμπιακοί Αγώνες.

 

 

 

 

 

Αμαλιάς: Πόλη του νομού Ηλείας, που πήρε το όνομα της από τη βασίλισσα Αμαλία, που την επισκέφτηκε το 1856. Έχει πλούσια σταφιδοπαραγωγή.

 

 

 

 

 

Αμισός: Αρχαία παράλια πόλη του Πόντου, αποικία των Μιλησίων, η σημερινή Σαμψούς. Κατά τους βυζαντινούς χρόνους ήταν το μεγαλύτερο λιμάνι στον Εύξεινο Πόντο. Το 14ο αι. καταστράφηκε από τους Τούρκους. Οι κατά καιρούς διωγμοί των ελλήνων κατοίκων της (1908 κλπ) τους ανάγκασαν να ζητήσουν καταφύγιο στην Ελλάδα.

 

 

 

 

Αναγέννηση: Η αναδημιουργία, η ανάπλαση και, μεταφορικά, η επανάκτηση ευνοϊκών ιδιοτήτων κλπ. Στην Ιστορία ως «Αναγέννηση» χαρακτηρίζεται η πνευματική και καλλιτεχνική δραστηριότητα, που εκδηλώθηκε με βάση τα αρχαία πρότυπα στην Ιταλία κατά το 14ο – 16ο αιώνα και εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη Δυτική Ευρώπη. Οι οδοί Αναγεννήσεως που υπάρχουν σε πάρα πολλούς δήμους και κοινότητες του Αθηναϊκού Λεκανοπεδίου τιμούν την αναγέννηση της περιοχής, που πραγματοποιήθηκε ή ελπίζεται να πραγματοποιηθεί. Σε ορισμένους μάλιστα δήμους είχαν εκδοθεί και τοπικές εφημερίδες με το όνομα αυτό, όπως π.χ. «Αναγέννησις» και κατόπιν «Αναγέννηση» της Νέας Ιωνίας (1970 – 1977) κ.α.

 

 

 

Ανδρίτσαινα: Κωμόπολη της επαρχίας Ολυμπίας του νομού Ηλείας με περίφημη Σχολή (από το 1796) και εξ ίσου περίφημη βιβλιοθήκη (δωρεά Κων. Νικολόπουλου). Φημίζεται για το υγιεινό κλίμα της.

 

 

 

 

 

Ανδρούτσος, Οδυσσεύς (περ. 1790 – 1825): Ένας από τους επιφανέστερους οπλαρχηγούς της Επαναστάσεως του 1821, από την Πρέβεζα. Το όνομά του συνδέθηκε με τον ηρωικό αγώνα στο Χάνι της Γραβιάς (1821). Αργότερα έγινε αρχιστράτηγος Ανατολικής Στερεάς και κατέλαβε την Ακρόπολη της Αθήνας. Ήλθε σε σύγκρουση με το άλλοτε πρωτοπαλλήκαρό του Ιωάννη Γκούρα και η διαμάχη αυτή, σε συνδυασμό με την κυβερνητική δυσμένεια (που τον χαρακτήριζε ως «προδότη» και «ληστή» και τον επικήρυξε) του στοίχισε τελικά τη ζωή (σκοτώθηκε στην Ακρόπολη όπου ήταν φυλακισμένος). Η επιτροπή Εκδουλεύσεων των Αγωνιστών τον κατέταξε σε εξαίρετη θέση, μαζί με τους Θ. Κολοκοτρώνη, Γ. Καραϊσκάκη, Μ. Μπότσαρη κ.α.

 

 

 

Άνθη ή λουλούδια: Τα αναπαραγωγικά όργανα των φυτών, αλλά ταυτόχρονα το κατ’ έξοχήν καλλωπιστικό μέσο για το περιβάλλον, με μεγάλη αισθητική αξία. Το όνομα αυτό έχουν πολλοί δρόμοι σε διάφορα προάστεια της Αθήνας, όπου γενικά αφθονούν τα φυτά και τα λουλούδια.

 

 

 

 

 

Άνοιξις: Η εποχή του έτους, που αρχίζει από το Μάρτιο και διαρκεί έως το τέλος του Μαΐου, περίοδος ανθοφορίας και αναγεννήσεως. Για το λόγο αυτό θεωρήθηκε από παλιά ως αρχή της ζωής και νίκης της επάνω στο θάνατο.

 

 

 

 

Ανταίος: Μυθικός γίγαντας, γιος του Ποσειδώνος και Γαίας, ο οποίος έπαιρνε την υπερφυσική του δύναμη από την επαφή του με τη γη. Τον σκότωσε ο Ηρακλής, σηκώνοντάς τον ψηλά και στρερώντας του έτσι την πηγή, από όπου αντλούσε τη δύναμή του.

 

 

 

 

 

Απείρανθος: Κοινότητα της Νάξου, κέντρο εξορύξεως της σμύριδος. Στην περιοχή υπάρχουν πολλά κτίσματα της βυζαντινής εποχής και της Φραγκοκρατίας. Η Απείρανθος (Τοπικό ιδίωμα: Απεράθου) είναι χωριό της ορεινής Νάξου. Απέχει 28 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα του νησιού, χτισμένο σε υψόμετρο μεταξύ 570 και 640 μέτρων στις ανατολικές υπώρειες του όρους Φανάρι. Έχει πληθυσμό 904 κατοίκους μαζί με τους κατοίκους των παραλιακών οικισμών Μουτσούνα, Λιγαρίδια, Κανάκη, Κλειδός, Πάνερμος (σύμφωνα με την απογραφή του 2011). Είναι το δεύτερο μεγαλύτερο χωριό του νησιού, μετά το Φιλώτι. Η Απείρανθος είναι ένα παραδοσιακό πετρόκτιστο χωριό. Όσον αφορά την προέλευση των κατοίκων της υπάρχουν πολλές εκδοχές. Λόγω της ομοιότητας πολιτισμού, διαλέκτου, ηθών και εθίμων, ικανότητας στην ποίηση και μουσική με την Κρήτη, συγκεκριμένα τα Σφακιά και τα Ανώγεια, πιθανολογείται πως μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού της Απειράνθου κατάγεται από εκεί. Υπάρχει, όμως, και η εκδοχή πως κάτοικοι του χωριού κατάγονται από παράλια της Μικράς Ασίας. Αναφέρεται στα 1413 από τον περιηγητή Χριστόφορο Μπουοντελμόντι ως αξιοσημείωτο χωριό. Οι κάτοικοί του ασχολούνται με την κτηνοτροφία, τα σμυριδορυχεία,[1] ενώ μετά την δεκαετία του ’80 και με τον τουρισμό.

 

 

Απόλλων: Ένας από τους δώδεκα Ολυμπίους θεούς, γιος του Διός και της Λητούς, δίδυμος αδελφός της Αρτέμιδος, θεός του φωτός (με το επώνυμο Φοίβος), της μαντικής και της μουσικής, ηγέτης των Μουσών. Είχε πολλά προσωνύμια (Πύθιος, Αγραίος, Μουσηγέτης, Επικούρειος, Παιάν, Λοξίας κ.α.). Κύριοι τόποι λατρείας του ήταν οι Δελφοί, με το περιώνυμο Μαντείο, και οι Βάσσες της Φιγαλείας, όπου ο περίφημος ναός του (ναός του Επικουρείου Απόλλωνος). Κυριότερη γιορτή προς τιμήν του ήταν τα Πύθια στους Δελφούς. Στη γλυπτική, δημιουργός του γνωστού τύπου του Απόλλωνος (του λεγόμενου Μπελβεντέρε, από τον τόπο ευρέσεως του αγάλματος) είναι ο Απολλώνιος

 

 

 

Αργοστόλι(ον): Πρωτεύουσα της Κεφαλονιάς (από το 1757) με μεγάλο λιμάνι. Καταστράφηκε πολλές φορές από σεισμούς. Ο τελευταίος, του 1953, ισοπέδωσε σχεδόν τα πάντα. Η πόλη ξανακτίστηκε, αλλά έχασε το αρχικό της χρώμα.

 

 

 

 

 

Αριάνδη: Κόρη του μυθικού βασιλιά της Κρήτης Μίνωος και της Πασιφάης. Βοήθησε τον Θησέα να σκοτώσει τον Μινώταυρον δίνοντάς του τον «μίτον» (νήμα) για να βγεί από τον Λαβύρινθο. Ο Θησεύς φεύγοντας την πήρε μαζί του, αλλά την άφησε στη Νάξο, μετά από εντολή του Απόλλωνος.

 

 

 

 

 

Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης (384-322 π.Χ.): Ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του κόσμου, μαθητής του Πλάτωνος και δάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Έδρασε στην Αθήνα, όπου ίδρυσε την Περιπατητική Σχολή, και αλλού. Έβαλε τις βάσεις όλων σχεδόν των σύγχρονων επιστημών και η φιλοσοφία του δέσποσε για πολλούς αιώνες στην ανθρώπινη σκέψη. Κατά μία παράδοση αυτοκτόνησε πέφτοντας στην θάλασσα του Ευρίπου, επειδή δεν μπόρεσε να ερμηνεύσει το φαινόμενο της παλίρροιας. Άφησε πολλά συγγράμματα.

 

 

 

Αριστοφάνης (452-385 π.Χ.): Ο μεγαλύτερος κωμικός ποιητής της αρχαιότητας, δημιουργός της αρχαίας αττικής κωμωδίας. Σατίρισε με απαράμιλλο τρόπο τα πρόσωπα και τα πράγματα της εποχής του. Διασώθηκαν 11 κωμωδίες του, που έχουν μεταφραστεί στα νεοελληνικά («Όρνιθες», «Λυσιστράτη», «Πλούτος», «Αχαρνής», «Ιππείς», «Νεφέλαι», «Σφήκες», «Ειρήνη», «Θερμοφοριάζουσαι», «Βάτραχοι», «Εκκλησιάζουσαι») και ανεβάστηκαν κατά καιρούς στο θέατρο. Η οδός Αριστοφάνους στην περιοχή Περιβόλια ή Ναξιώτικα του Γαλατσίου είναι ένας πολύ μικρός αδιέξοδος δρόμος, πάροδος της οδού Πυθαγόρα, και παλαιότερα είχε το όνομα αυτό.

 

 

 

Αρκεσίνη: Η Αρκεσίνη ήταν μια από τις τρεις αρχαιότερες πόλεις της Αμοργού με τον πύργο της Αγίας Τριάδας έργου του 4ου π.Χ. αιώνα, αθέατο από τη θάλασσα.

 

 

 

 

 

Αρμονία: Μυθική κόρη του Άρεως και της Αφροδίτης, που εκπροσωπεί την ηθική, πολιτική και κοινωνική τάξη. Με το σύζυγό της Κάδμον, μυθικό βασιλιά των Θηβών, μεταμορφώθηκαν προς το τέλος της ζωής τους σε φίδια και αργότερα κατοίκησαν στα Ηλύσια Πεδία. Ιδιαίτερα τονίστηκε στη μυθολογία η τελετή του γάμου της με τον Κάδμο (ιερογαμία), στην οποία παρευρέθηκαν όλοι σχεδόν οι θεοί.

 

 

 

 

Αρσινόη: Θεότητα που λατρευόταν στην Πελοπόννησο και ιδιαίτερα στη Μεσσηνία. Ήταν κόρη του Λεύκιππου ή Λευκίππου, βασιλιά της Μεσσηνίας, και μητέρα του Ασκληπιού (σύμφωνα με τη μεσσηνιακή εκδοχή του μύθου) και της Εριώτιδος. Στην αγορά της Μεσσήνης υπήρχε μεγαλοπρεπής κρήνη, η «Αρσινόης Κρήνη».

 

 

 

 

Άρτεμις: Θεά της Σελήνης, της αγνής φύσεως και του κυνηγιού, από τους δώδεκα θεούς του Ολύμπου. Ήταν κόρη του Διός και της Λητούς, δίδυμη αδελφή του Απόλλωνος. Παριστάνεται συνήθως με κοντό χιτώνα, τόξο και φαρέτρα. Διατηρούσε πάντοτε την παρθενία και την αγνότητα της και τιμωρούσε σκληρά όσους επιχειρούσαν να τις παραβιάσουν. Μεγάλο ιερό της Αμαρυσίας Αρτέμιδος υπήρχε στην Αττική, στην περιοχή του σημερινού Αμαρουσίου, και άλλο ιερό της υπήρχε στη Βραυρώνα. Ο ναός της Αρτέμιδος στην Έφεσο, το Αρτεμίσιον, εθεωρείτο ως ένα από τα Επτά Θαύματα του Αρχαίου Κόσμου.

 

 

 

Αρχιμήδης (287-212 π.Χ.): Μεγάλος μαθηματικός, φυσικός και μηχανικός της αρχαιότητας, από τις Συρακούσες. Εφεύρε πολλά μηχανήματα και συσκευές και διατύπωσε τη γνωστή ‘Αρχή του Αρχιμήδους» της υδροστατικής. Στον Αρχιμήδη αποδίδονται οι γνωστές φράσεις «Δος μοι πα στω και ταν γαν κινήσω» (= δος μου κάπου να σταθώ και θα κινήσω τη γη) για τη δύναμη των μοχλών, «μη μου τους κύκλους τάραττε» (= μη μου χαλάς του κύκλούς), «παρά κεφαλήν και μη παρά γραμμάν» (= κτύπα το κεφάλι, αλλά όχι τα γεωμετρικά σχήματα) στον άξεστο ρωμαίο στρατιώτη, ο οποίος τελικά τον σκότωσε, και το περίφημο «Εύρηκα, εύρηκα» όταν διαπίστωσε την άνωση που υφίσταται ένα σώμα όταν εμβαπτίζεται στο νερό (η «Αρχή του Αρχιμήδους»). Σώθηκαν μερικά από τα συγγράματά του. Η οδός Αρχιμήδους του Γαλατσίου λεγόταν παλαιότερα Σπηλιάδου, από τον Νικόλαο Σπηλιάδη (1785-1867), φιλικό, πολιτικό και ιστορικό συγγραφέα.

 

 

Αστέρες (άστρα): Αυτόφωτα ουράνια σώματα, κολοσιαίων διαστάσεων, που όμως φαίνονται από τη Γη μόνο ως φωτεινά σημεία λόγω της τεράστιας αποστάσεώς τους από αυτή. Χαρακτηρίζονται και ως Απλανείς (αστέρες) για να διακρίνονται από τους Πλανήτες. Ανάμεσά τους συγκαταλέγεται και ο Ήλιος, το μόνο άστρο που φαίνεται ως δίσκος. Έχουν πολύ υψηλή θερμοκρασία και αποτελούνται από μάζες αερίων σε διαρκή θερμοπυρηνική αντίδραση, στην οποία οφείλεται η ενέργεια και η ακτινοβολία τους. Το πλησιέστερο στη Γη άστρο (εκτός του Ήλιου) είναι το α Κενταύρου, που απέχει από αυτή 4,3 έτη φωτός. Ανάλογα με τη φαινομενική τους λαμπρότητα διαιρούνται σε αστέρες 1ου, 2ου, 3ου κλπ. μεγέθους. Υπάρχουν αστέρες απλοί, διπλοί, νέοι (novae), νάνοι, μεταβλητοί κλπ. Γνωστοί επώνυμοι αστέρες είναι ο Σείριος, ο Βέγας, ο Πολικός, ο Αρκτούρος, ο Βετελγέζης, ο Φομαλχώ κ.α. Γνωστό συγκρότημα (σμήνος) αστέρων είναι οι Πλειάδες (Πούλια).

 

 

Αυξέντιος Γρηγόρης (1928 – 1957): Ελληνοκύπριος ήρωας του Κυπριακού Αγώνα από τη Δύση, έφεδρος αξιωματικός. Ήταν υπαρχηγός της Ε.Ο.Κ.Α. και κύριος εκπαιδευτής των ανταρτικών δυνάμεων στη χρήση των εκρηκτικών υλών. Οι Βρεττανοί τον επικήρυξαν για 5.000 κυπριακές λίρες. Σκοτώθηκε ύστερα από ηρωικό αγώνα, που κράτησε 11 ώρες, κοντά στη Μονή Μαχαιρά.

 

 

 

 

Αφαία: Αρχαιότατη θεότητα της Κρήτης, κόρη του Διός, η οποία κατά τη μυθολογία κατέφυγε στην Αίγινα. Περίφημος είναι ο ναός της Αφαίας στην Αίγινα, κτίσμα του 5ου αι. π.Χ., ο οποίος σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση.

 

 

 

 

 

Αχιλλεύς: Περιώνυμος μυθικός ήρωας από τη Φθία, γιος του Πηλέως και τη Θέτιδος, αρχηγός των Μυρμιδόνων κατά την Τρωική Εκστρατεία. Ήταν ο ωραιότερος και γενναιότερος από όλους του ήρωες που εξεστράτευσαν στην Τροία. Ήταν επίσης άτρωτος σε όλο του το σώμα, εκτός από τη φτέρνα («Αχίλλειος Πτέρνα»). Είναι γνωστή από την «Ιλιάδα» η «μήνις» του, δηλ. ο θυμός του, εναντίον του Αγαμέμνονος εξ αιτίας της αιχμάλωτης Βρισηίδος, που είχε ως αποτέλεσμα τη δεκάχρονη αποχή του από τον πόλεμο και την αποτελμάτωση της ελληνικής εκστρατείας. Σκότωσε τελικά τον Έκτορα, αρχηγό των Τρώων, αλλά σκοτώθηκε και αυτός έπειτα από λίγο από τον Πάριδα, που τον ετόξευσε στο μόνο τρωτό του σημείο, τη φτέρνα του.

 

 

 

Βαλαωρίτης Αριστοτέλης (1824-1879): Εθνικός ποιητής από τη Λευκάδα, βουλευτής στα Επτάνησα και πρώτος πληρεξούσιος της Επτανήσου στην Εθνοσυνέλευση στην Αθήνα. Ο Α. Βαλαωρίτης είναι από τους καθιερωτές της δημοτικής γλώσσας στην ποίηση («Κυρά Φροσύνη», «Αθανάσιος Διάκος», «Φωτεινός» κ.α.). Το σπίτι του σώζεται στο νησάκι Μαδουρή, απέναντι από το Νυδρί της Λευκάδας.

 

 

 

 

Βαλτέτσι: Κοινότητα της επαρχίας Μαντινείας του νομού Αρκαδίας. Είναι γνωστό από την περήφανη νίκη των Ελλήνων υπό τον Θεοδ. Κολοκοτρώνη, εναντίον των Τούρκων (12 και 13 Μαΐου 1821), στην πρώτη μεγάλη μάχη του Αγώνα του 1821.

 

 

 

 

 

Βαρδούσια: Ορεινό συγκρότημα της Στερεάς Ελλάδας στη Δωρίδα (ύψος 2450μ.), σημαντικό ορειβατικό κέντρο.

 

 

 

 

 

 

Σπύρος Βασιλείου: Ο Σπύρος Βασιλείου (ζωγράφος, αγιογράφος, χαράκτης, σκηνογράφος, γραφίστας, διακοσμητής, συγγραφέας – κριτικός, δάσκαλος) έχει ζωγραφίζει την πόλη μας δεκάδες φορές και με διαφορετικές τεχνοτροπίες. Τα περισσότερα έργα του βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη. Ο Σπύρος Βασιλείου (Γαλαξίδι, 16 Ιουνίου 1903 − Αθήνα, 22 Μαρτίου 1985) ήταν Έλληνας καλλιτέχνης, ένας από τους πλέον παραγωγικούς, αναγνωρίσιμους και δημοφιλείς Έλληνες εικαστικούς. Ζωγράφος, αγιογράφος, χαράκτης, σκηνογράφος, γραφίστας, διακοσμητής, συγγραφέας-κριτικός, δάσκαλος, έχει στο ενεργητικό του περισσότερα από 5.500 έργα. Την καλλιτεχνική του παραγωγή χαρακτηρίζει η συνάντηση των διδαγμάτων της λαϊκής και της βυζαντινής τέχνης με τους πειραματισμούς των σύγχρονών του ρευμάτων. Γεννήθηκε το 1903 στο Γαλαξίδι[9]. Σπούδασε στην Αθήνα με υποτροφία, στη Σχολή Καλών Τεχνών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, από το 1921 έως το 1926 έχοντας ως δασκάλους τους Καλούδη και Λύτρα. Άρχισε να παρουσιάζει τα έργα του σε εκθέσεις αμέσως μετά την αποφοίτησή του (το 1926 εκθέτει στο φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Αθηνών μαζί με τους Πολύκλειτο Ρέγκο, Σπύρο Κόκκινο και Αντώνη Πολυκανδριώτη, στην «Έκθεση των Τεσσάρων» όπως την αποκάλεσαν). Ο Βασιλείου έκανε την πρώτη ατομική έκθεσή του το 1929 στην γκαλερί Στρατηγοπούλου. Το 1930 απέσπασε το Μπενάκειο Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για τα σχέδια των τοιχογραφιών του ναού του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου στο Κολωνάκι. Με τα χρήματα του βραβείου κάνει το πρώτο του ταξίδι στην Ευρώπη, όπου είχε την ευκαιρία να επισκεφτεί μουσεία και συλλογές. Η αγιογράφηση του Αγίου Διονυσίου πραγματοποιήθηκε μεταξύ 1936 και 1939.[11] Υπήρξε μέλος τον καλλιτεχνικών ομάδων Τέχνη και Στάθμη και του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος, συμμετείχε σε διεθνείς εκθέσεις, στην Μπιενάλε της Βενετίας (1934, 1964), στην Αλεξάνδρεια το 1957 και στο Σάο Πάολο το 1959[11] ενώ έργα του παρουσιάστηκαν στο Ντιτρόιτ το 1955 (με την αφορμή της εικονογράφησης του ναού του Αγίου Κωνσταντίνου στο Ντιτρόιτ) και το 1960 στο Μουσείο Γκούγκενχαϊμ στη Νέα Υόρκη (για το έργο του «Φώτα και Σκιές» συγκεκριμένα, απέσπασε τότε το βραβείο Guggenheim του ελληνικού τμήματος της AICA)[11]. Έργα του Βασιλείου βρίσκονται σε πολλές δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Τα ευρισκόμενα στην Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου έργα του αντιπροσωπεύουν τις διαφορετικές δεκαετίες της δουλειάς του. Στην Εθνική Πινακοθήκη ο Βασιλείου πραγματοποίησε αναδρομική έκθεση το 1975 και παρουσίασε ένα βασισμένο στο έργο του πολυθέαμα το 1983[11]. Ο Σπύρος Βασιλείου δίδαξε στην Παπαστράτειο Σχολή και αργότερα στο Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο. Ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ).

 

Βάσσος Γεώργιος: Παλαιός κάτοικος και κτηματίας της περιοχής Γαλατσίου, που είχε εκτάσεις στην περιοχή όπου βρίσκεται η οδός. Η οδός Γεωργίου Βάσσου λεγόταν παλαιότερα Χρυσαετών, από το είδος των αετών που έχει την επιστημονική ονομασία Aquila fulvus.

 

 

 

 

 

Βέϊκος Λάμπρος (+1827): Σουλιώτης οπλαρχηγός, αγωνιστής του 1821. Πολέμησε στο Σούλι, στο Μεσολόγγι και αλλού και σκοτώθηκε στη μάχη του Αναλάτου στην Αττική. Η Λεωφόρος Λάμπρου Βεΐκου του Γαλατσίου λεγόταν παλαιότερα Ομορφοκλησιάς, από την ομώνυμη ιστορική εκκλησία που βρίσκεται σ’ αυτή (η ονομασία αυτής της Λεωφόρου χρησιμοποιείται και σήμερα).

 

 

 

 

Βενιζέλος Ελευθέριος (1863/64-1936): Μεγάλος Έλληνας πολιτικός, από τις Μουρνιές Χανίων. Πήρε μέρος στις απελευθερωτικές επαναστάσεις της Κρήτης και το 1910 έγινε πρωθυπουργός της Ελλάδας. Έκανε τους Νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13, το κίνημα «Εθνικής Αμύνης» του 1916, που κατέληξε στη νικηφόρα συμμετοχή της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και ξεκίνησε τη Μικρασιατική Εκστρατεία το 1919. Επί των ημερών του η Ελλάδα απόκτησε την Ήπειρο, τη Μακεδονία, τη Δυτική Θράκη, την Κρήτη και πολλά νησιά και με τη Συνθήκη των Σεβρών (1920) δημιουργήθηκε η «Ελλάς των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» (η συνθήκη κατέρρευσε με τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922). Έχασε τις εκλογές του 1920, αλλά ξανάγινε πρωθυπουργός το 1928-1932. Πέθανε στο Παρίσι στις 18 Μαρτίου 1936. Υπήρξε στην εποχή του αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Προκάλεσε μεγάλες συμπάθειες, αλλά και μεγάλα μίση (έγιναν δύο δολοφονικές                                                                     απόπειρες εναντίον του), σήμερα όμως αναγνωρίζεται από όλους ως ο μεγαλύτερος Έλληνας πολιτικός.

 

 

Σπύρος ΒραδήςΟ Σπύρος Βραδής υπήρξε εξέχων γιατρός του Γαλατσίου.

 

 

 

 

 

 

Βρούτος: Ρωμαίος πολιτικός που γεννήθηκε το 85 π.Χ. στη Ρώμη και πέθανε το 42 π.Χ. στου Φιλίππους. Ο Καίσαρας του εμπιστεύτηκε τη κυβέρνηση της Γαλάτιας των Άλπεων, αυτός όμως συνωμότησε εναντίον του, μαζί με τον Κάσσιο και τον σκότωσαν.

 

 

 

 

 

Βυζάντιον: Πόλη του Βοσπόρου, που ιδρύθηκε τον 7ο αι. π.Χ. από Μεγαρείς αποίκους με αρχηγό τον Βύζαντα. Τον 5ο αι. π.Χ. πυρπολήθηκε από τους Πέρσες. Αργότερα έγινε σύμμαχος των Αθηναίων και πήρε μέρος στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Αυτόνομη πόλη επί Μ. Αλεξάνδρου, καταλήφθηκε αργότερα από τους Ρωμαίους. Στη θέση του Βυζαντίου έκτισε ο Μέγας Κωνσταντίνος τη Νέα Ρώμη, την μετέπειτα Κωνσταντινούπολη (330 μ.Χ.). Από την ονομασία Βυζάντιον, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία πήρε στους νεότερους χρόνους την ονομασία Βυζαντινή Αυτοκρατορία ή απλώς Βυζάντιον. Η καθαυτό ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αρχίζει το 395 μ.Χ. όταν ο Θεοδόσιος ο Μέγας χώρισε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε Ανατολική και Δυτική. Το Βυζάντιο έζησε 1100 περίπου χρόνια (έως το 1453) και γνώρισε ώρες μεγαλείου και ώρες καταπτώσεως. Κυριότερες περίοδοι ακμής του ήταν οι εποχές του Ιουστινιανού (6ος αι.), του Ηρακλείου (7ος αι.), των Ισαύρων, ιδιώς του Λέοντος Γ’ (8ος αι.), της Μακεδονικής Δυναστείας (9ος – 11ος αι.), ιδίως επί Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου (10ος – 11ος αι.), του Αλεξίου Α’ Κομνηνού (11ος – 12ος αι.). Έκτοτε αρχίζει η παρακμή και η πτώση με μια αναλαμπή, στο πολιτιστικό όμως πεδίο μόνο, στην εποχή των Παλαιολόγων (το 13ο αι.). Η πτώση ολοκληρώθηκε με την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους στις 29 Μαΐου 1453.

 

Βυτίνα: Γραφική ορεινή κωμόπολη της Γορτυνίας (νομός Αρκαδίας), γνωστός τόπος παραθερισμού με καλή τουριστική υποδομή. Κτίσηκε στα τέλη του 17ου αιώνα και είχε ελληνική σχολή και βιβλιοθήκη.

 

 

 

 

 

Γαλάκηδες: Η οικογένεια Γαλάκη ή Γαλάτση, μια από τις διαπρεπέστερες της Αθήνας κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, η οποία είχε μεγάλα κτήματα στην περιοχή, που αργότερα πήρε το όνομά της (Γαλάτσι). Οι Γαλάκηδες πήραν μέρος στον Αγώνα του 1821, μάλιστα ένας από αυτούς, ο Σ. Γαλάκης, σκοτώθηκε στη διάρκεια της πολιορκίας της Ακροπόλεως το 1821. Γνωστότερο μέλος της οικογένειας είναι ο Συμεών Γαλάκης, ο οποίος διορίστηκε στις 16 Οκτωβρίου 1833 από την Αθηναϊκή Κοινότητα για να καταγράψει και να εκτιμήσει τα ακίνητα της Αθήνας, τα οποία οι Αθηναίοι της εποχής είχαν δεχθεί να μεταβιβάσουν στον βασιλέα (δηλ. το κράτος) εάν γινόταν δίκαιη εκτίμηση. Το σπίτι του Συμεών Γαλάκη, που είχε ένα χαρακτηριστικό πηγάδι με λάκκο, ήταν στον Άγιο Θωμά (σήμερα στην Άνω Κυψέλη).

 

 

Γαλάτσι: Περιοχή και δήμος της Αθήνας στις ΒΑ παρυφές της πόλεως, ανάμεσα στη Κυψέλη και τη Ν. Ιωνία, κατά μήκος των Τουρκοβουνίων. Πήρε την ονομασία του από την οικογένεια Γαλάκη ή Γαλάτση, που είχε κτήματα εκεί. Ανεξάρτητη Κοινότητα έγινε το 1954 και Δήμος το 1963. Φημίζεται για το υγιεινό κλίμα του και είναι από τις ραγδαία αναπτυσσόμενες περιοχές. Στην περιοχή του Γαλατσίου βρίσκεται η περίφημη βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου (Ομορφοκκλησιά).

 

 

 

 

Γανυμήδης: Κατά τη μυθολογία ωραίος νέος, τον οποίο απήγαγε ο Ζεύς, μεταμορφωμένος σε αετό, για να υπηρετήσει ως οινοχόος των θεών στον Όλυμπο. Το όνομά του πήρε ένας δορυφόρος του πλανήτη Δία.

 

 

 

 

 

Γερβίνος Γεώργιος Γοδεφρείδος (Gervinus, Georg Gottfried 1805-1871): Γερμανός ιστορικός, από το Νταρμστατ, καθηγητής της Ιστορίας στα Πανεπιστήμια του Γκαίτιγκεν και της Χαϊδελβέργης, θερμός κήρυκας της ενώσεως των Γερμανικών Κρατών. Ίδρυσε την εφημερίδα «Deutsche Zeitung» και το 1848 έγινε βουλευτής στη Φρανκφούρτη με φιλελεύθερο προσανατολισμό. Τα έργα του αποτελούν αξιόλογη συμβολή στην πολιτική και πολιτιστική ιστορία του 19ου αι. Έγραψε, ανάμεσα στα άλλα, και μία οκτάτομη «Ιστορία του 19ου αιώνος» (1855-66), στον 4ο τόμο της οποίας εξιστορείται η Ελληνική Επανάσταση του 1821 με αντικειμενικότητα και αμεροληψία.

 

 

 

Γιαννιτσά: Πόλη της δυτικής Μακεδονίας στον νομό Πέλλας, πεδίο επιχειρήσεων κατά τον Μακεδονικό Αγώνα (1903- 1908). Παλαιότερα υπήρχε εκεί κοντά η ομώνυμη λίμνη, που αποξηράθηκε το 1937. Στους ηρωικούς αγώνες γύρω από τη λίμνη των Γιαννιτσών κατά τον Μακεδονικό Αγώνα, αναφέρεται η Πηνελόπη Δέλτα στο βιβλίο της «Τα μυστικά του Βάλτου».

 

 

 

 

Γιαννούλης Ιωάννης: Καθηγητής Μέσης Εκπαιδεύσεως, από την Κρήτη, ο οποίος διετέλεσε Δημοτικός Σύμβουλος Γαλατσίου.

 

 

 

 

 

Γιασεμιά: Τα άνθη των διαφόρων ειδών του φυτού ίασμος (jasminum), που διακρίνονται για το ωραίο και λεπτό άρωμά τους (η λέξη γιασεμί είναι περσική, jasamin – τουρκ yasemin). Τα διάφορα είδη του ίασμου ανήκουν στην οικογένεια των ελαιωδών και είναι αναρριχητικοί θάμνοι που ευδοκιμούν στις τροπικές και υποτροπικές χώρες καθώς και την Ελλάδα. Καλλιεργούνται κυρίως ως διακοσμητικά φυτά, αλλά και για πρακτικούς σκοπούς (αρωματοποιία). Τα χαρακτηριστικά άνθη τους είναι λευκά, κίτρινα και σε μερικές ποικιλίες ρόδινα, και τα φύλλα τους μικρού σχήματος. Από τα γιασεμιά παράγεται το αρωματικό ιασμέλαιο ή γιασεμόλαδο, που χρησιμοποιείται ευρύτατα στην αρωματοποιία. Αυτοφυή είδη στην Ελλάδα είναι ο ίασμος ο ταπεινός και ο ίασμος ο θαμνώδης. Ευρύτατα καλλιεργείται ο ίασμος ο φαρμακευτικός (jasminum officinalis), το άσπρο γιασεμί που στολίζει αυλές, κήπους και μπαλκόνια και γεμίζει με το άρωμά του την ατμόσφαιρα, ιδίως τη νύχτα. Ένα άλλο είδος είναι το κίτρινο γιασεμί (jasminum nudiflorum), με καταγωγή από την Κίνα, με επίσης ωραία άνθη, που δεν έχουν μεν άρωμα, είναι όμως πολύ ανθεκτικά στο κρύο (ανθίζουν κατά τους χειμερινούς μήνες). Άλλα είδη γιασεμιού είναι ίασμος ο μεγανθής (κ. χιώτικο γιασεμί), ίασμος ο αραβικός (κ.φούλι ή μπουγαρίνι και η ποικιλία γκραν ντούκα) κ.α. Το γιασεμί είναι, μαζί με την τριανταφυλλιά, από τα πιο πολυτραγουδισμένα φυτά, ιδίως στην παλιά ρομαντική εποχή. Το συναντάμε στην ποίηση, στην καντάδα, στο ελαφρό τραγούδι. Η ρομαντική εποχή έχει σήμερα πια περάσει, τα γιασεμιά όμως δεν έχουν πάψει να αρωματίζουν τις νύχτες μας και να ομορφαίνουν τη ζωή μας.

 

Γορτυνία: Επαρχία στα ΒΔ του νομού Αρκαδίας με πρωτεύουσα τη Δημητσάνα. Είναι ορεινή περιοχή, στην οποία βρίσκονται επίσης η Καρύταινα, η Ζάτουνα, η Βυτίνα κ.α. Κατά τη Φραγκοκρατία ανήκε στη βαρονία της Καρύταινας, και κατά ένα μέρος στη βαρονία της Άκοβας. Η Γορτυνία είναι η πατρίδα των οικογενειών Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα, Δεληγιάννη κ.α.

 

 

 

 

Γρεβενά: Τα Γρεβενά είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Γρεβενών και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Γρεβενών στη δυτική Μακεδονία.

 

 

 

 

 

Γρηγόριος Ε’ (Γεώργιος Αγγελόπουλος, 1746 – 1821): Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (από το 1797 με διακοπές), εθνομάρτυς και άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, από τη Δημητσάνα. Εργάστηκε με ζήλο για την αναμόρφωση της παιδείας του Γένους, ίδρυσε πολλά σχολεία και τυπογραφείο στο οποίο τυπώθηκαν πολλά και σημαντικά έργα. Απαγχονίστηκε από τους Τούρκους λίγο μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως, τον Απρίλιο του 1821, και η σορός του ρίχθηκε στη θάλασσα, όπου όμως ανευρέθηκε. Το λείψανό του βρίσκεται στο Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών. Στις 10 Απριλίου 1921 αναγορεύτηκε σε Άγιο και η μνήμη του εορτάζεται στις 10 Απριλίου.

 

 

 

Δαβάκης Κωνσταντίνος (1897-1943): Συνταγματάρχης, διοικητής του Μικτού Αποσπάσματος Πίνδου κατά τις πρώτες μέρες του Ελληνοϊταλικού Πολέμου 1940-41. Αντιμετώπισε με επιτυχία τις πρώτες επιθέσεις των Ιταλών της Μεραρχίας Τζούλια και τραυματίστηκε στο ύψωμα του Αγίου Ηλία κοντά στο χωριό Φούρκα της Κόνιτσας. Πνίγηκε στη διάρκεια της Κατοχής, όταν τορπιλίστηκε το ιταλικό πλοίο που τον μετέφερε στην Ιταλία. Τα οστά του διακομίστηκαν αργότερα στην Ελλάδα.

 

 

 

Δελφινάκια

 

 

 

 

 

 

Δελφοί: Αρχαία πόλη της Φωκίδος στις πλαγιές του Παρνασσού, γνωστή για το περίφημο Μαντείο της, που ήταν αφιερωμένο στον Απόλλωνα. Χρησμοδοτούσε η Πυθία και τους χρησμούς της, που επηρέαζαν σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις στον αρχαίο Ελληνικό κόσμο, ερμήνευαν οι ιερείς. Στους Δελφούς ετελούντο κάθε τέσσερα χρόνια πανελλήνιοι αγώνες, τα Πύθια. Το Μαντείο άρχισε να παρακμάζει από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους και έκλεισε οριστικά τον 4ο αι. από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιον τον Μέγαν. Στο εκεί Μουσείο βρίσκεται σήμερα και το περίφημο άγαλμα του Ηνιόχου των Δελφών. Το 1977 ιδρύθηκε στους Δελφούς το «Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο» του Συμβουλίου της Ευρώπης.

 

 

 

Δερβενάκια: Κοινή ονομασία τεσσάρων στενών περασμάτων, ανάμεσα από τα οποία περνά ο δρόμος από την πεδιάδα του Άργους στην Κορινθία. Στα στενά των Δερβενακίων έγινε ανάμεσα στις 26 και 28 Ιουλίου 1822 μία από τις μεγαλύτερες και ενδοξότερες μάχες της Ελληνικής Επαναστάσεως. Στα στενά (κυρίως στα στενά του Αγίου Σώστη και Αϊνορίου) είχαν οχυρωθεί ελληνικές δυνάμεις με γενικό αρχηγό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και εκεί αντιμετώπισαν και κατέστρεψαν τη μεγάλη τουρκική στρατιά του Μαχμούτ Πασά Δράμαλη, που είχε κατέβει για να καταπνίξει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο και επέστρεφε στην Κόρινθο για ανεφοδιασμό. Στις μάχες των Δερβενακίων διακρίθηκε ιδιαίτερα ο Νικήτας Σταματελόπουλος (Νικηταράς).

 

 

Δευκαλίων: Μυθικός γιος του Προμηθέως, πατέρας του Έλληνος. Επί των ημερών του έγινε ο κατακλυσμός, που κράτησε 9 μερόνυχτα και κατέστρεψε το ανθρώπινο γένος. Ο Δευκαλίων και η γυναίκα του Πύρρα σώθηκαν από την καταστροφή στην κορυφή του Παρνασσού και κατόπιν ξαναδημιούργησαν ανθρώπους με άδεια του Διός.

 

 

 

 

Δήλος: Νησί των Κυκλάδων κοντά στη Μύκονο. Στην αρχαιότητα εθεωρείτο «ιερά νήσος», γιατί ήταν ο μυθικός τόπος γεννήσεως του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος. Εκεί ετελούντο γιορτές προς τιμήν του Δηλίου Απόλλωνος, που διαρκούσαν ολόκληρο τον μήνα Ανθεστηριώνα. Στη Δήλο φυλάχθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα το συμμαχικό ταμείο της Αθηναϊκής Συμπολιτείας.

 

 

 

 

Διάκος Αθανάσιος (1788-1821): Ήρωας της Ελληνικής Επαναστάσεως, από τους σημαντικότερους. Κήρυξε την επανάσταση στη Λειβαδιά και απελευθέρωσε τη Βοιωτία, στην κρίσιμη όμως μάχη της Αλαμάνας (Απρίλιος 1821) συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Τούρκους και θανατώθηκε με ανασκολοπισμό.

 

 

 

 

Δίδυμα (σημερινή τουρκική ονομασία Ντιντίμ Γιοράν): Αρχαίο ιερό στην Ιωνία (Μ.Ασία), στα νότια της Μιλήτου. Ήταν περιώνυμο αρχαιότατο ιερό του Απόλλωνος Διδυμαίου ή του «εν Βραγχίδαις», με μεγάλο ναό και μαντείο, που άκμασε τον 5ο αι. π.Χ., αλλά συνέχισε να λειτουργεί μέχρι τους πρώτους βυζαντινούς χρόνους (ο χαρακτηρισμός «εν Βραγχίδαις» οφείλεται στην άλλη ονομασία του ιερού, «Βραγχίδαι», από τον μυθικό βοσκό Βράγχον, στον οποίο ο Απόλλων έδωσε τη μαντική ικανότητα). Μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού και την κατάργηση του μαντείου ο χώρος συνέχισε να κατοικείται, μέχρι τα μέσα του 15ου αι. περίπου. Στον Κόλπο των Διδύμων έγινε τον Ιούλιο του 1824 ναυμαχία ανάμεσα στον ελληνικό και τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο, γνωστή ως ναυμαχία του Γέροντα (Γιοράν), από το όνομα του χωριού που κτίστηκε στο χώρο των αρχαίων Διδύμων. Σώζονται σημαντικά ερείπια του αρχαίου ιερού.

 

 

Διογένης ο Κυνικός (404-325/23 π.Χ.): Κυνικός φιλόσοφος, μαθητής του Αντισθένους. Έζησε στην Αθήνα και την Κόρινθο (στην Αθήνα, σύμφωνα με την παράδοση, κατοικούσε σε ένα πιθάρι). Θεωρείται ο κύριος εκπρόσωπος της κυνικής φιλοσοφίας. Σύμφωνα με τη διδασκαλία του, η ευτυχία επιτυγχάνεται με το να ζει κανείς κοντά στη φύση με λιτότητα, αυτάρκεια και άσκηση.

 

 

 

 

Διός Αγχεσμίου: Ο αρχαίος περιηγητής Παυσανίας (περί το 150 μ.Χ.) αναφερόμενος στα όρη που περιβάλλουν την Αθήνα, μετά την Πεντέλη, τον Υμηττό και την Πάρνηθα, λέει: «και Αγχεσμός όρος εστί ου μέγα, και Διός άγαλμα αγχεσμίου» (Παυσ. Αττικά Ι. 32 2). Από το απόσπασμα προκύπτει ότι ο Αγχεσμός ήταν μικρό βουνό, στο οποίο υπήρχε άγαλμα του αγχεσμίου Διός. «Επί του Αγχεσμού ην άγαλμα του Διός και μέχρι χθες εσώζετο κλίμαξ και επιγραφή ΔΙΟΣ ΑΓΧΕΣΜΟΥ λελαξευμέναι επί του βράχου… όπερ σημαίνει ότι ιστορικόν μνημείον υπό μόνου του Παυσανίου μνημονευόμενον, κατεστράφη ένεκα της αμαθείας ή αφροντησίας των προϋπαρξασών Κυβερνήσεων»

 

 

 

Δράμα: Σημαντική πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας, πρωτεύουσα του νομού Δράμας. Κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο (Οκτώβριος 1912) καταλήφθηκε από τους Βουλγάρους, απελευθερώθηκε όμως από τον Ελληνικό Στρατό στη διάρκεια του Β’ Βαλκανικού Πολέμου (1 Ιουλίου 1913). Γνώρισε επίσης μεγάλη δοκιμασία κατά την Κατοχή 1941 – 1944.

 

 

 

 

Δρίσκος ή Δρύσκος: Βουνό και πέρασμα 8 χλμ. Ανατολικά της λίμνης των Ιωαννίνων, ανάμεσα στα Γιάννενα και το Μέτσοβο, σε υψόμετρο 945. Στην περιοχή αυτή έγιναν το Νοέμβριο του 1912 σφοδρές μάχες ανάμεσα στα ελληνικά και τα τουρκικά στρατεύματα, κατά τις οποίες οι Έλληνες κατέβαλαν αρχικά την περιοχή, αργότερα όμως την ανακατέλαβαν οι Τούρκοι ύστερα από σφοδρή αντεπίθεση. Στην κυρίως μάχη (26 Νοεμβρίου) σκοτώθηκε ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης, που υπηρετούσε ως λοχαγός των Ελλήνων Ερυθροχιτώνων Γαριβαλδινών (εθελοντών) και τραυματίστηκε ο αρχηγός τους Αλέξανδρος Ρώμας. Στην περιοχή υπάρχει το ομώνυμο χωριό Δρίσκος (παλαιότερα Βάξια) καθώς και το χωριό Μαβίλης.

 

 

 

Δρυάδες ή Αμαδρυάδες: Κατά τη μυθολογία νύμφες των δασών και των δένδρων, κόρες της Γής. Δεν ήταν αθάνατες (πέθαιναν μαζί με το δένδρο που εμψύχωναν), είχαν όμως το χάρισμα της αιώνιας νεότητας και της μακροζωίας. Μερικοί μελετητές κάνουν διάκριση ανάμεσα στις Δρυάδες και τις Αμαδρυάδες, θεωρώντας τις Δρυάδες νύμφες που κατοικούσαν ειδικότερα στις δρύες (βελανιδιές).

 

 

 

 

Δρυοπίς: Η χώρα των Δρυόπων, αρχαίου λαού, που κατοικούσε στη Φωκίδα και στην Ήπειρο. Γνωστότερη είναι η Δρυοπίς της Ηπείρου. Η οδός Δρυοπίδος του Γαλατσίου βρίσκεται στην περιοχή της Γκράβας ή Γράβας (αρβανίτικά Γκράβα = χαράδρα). Που εκτείνεται κατά μήκος της Λεωφόρου Λάμπρου Βεΐκου (Ομορφοκκλησιάς) προς τα Τουρκοβούνια. Η περιοχή της Γκράβας είναι πολύ γνωστή από το συγκρότημα σχολικών κτηρίων (Δημοτικά, Γυμνάσια, Λύκεια), που βρίσκεται εκεί.

 

 

 

Δωριείς: Μία από τις τέσσερις φυλές του Ελληνικού Έθνους με επώνυμο ήρωα τον Δώρον. Κατέβηκαν στη νοτιότερη Ελλάδα τον 11ο αι. π.Χ. («Κάθοδος των Δωριέων ή των Ηρακλειδών») και ανέδειξαν ως κυριότερο κέντρο τους τη Σπάρτη. Κύρια χαρακτηριστικά τους ήταν η λιτότητα, η σεμνότητα, η αγάπη για το πόλεμο, η έμφυτη πειθαρχία και το ολιγόλογο («λακωνίζειν»).

 

 

 

 

Έβρος: Ο μεγαλύτερος ποταμός της Βαλκανικής, μήκους 490 χλμ., από τα οποία 230 χλμ. στην Ελλάδα. Η σλαβική ονομασία του είναι Μαρίτσα και η τουρκική Μερίτς. Ο ρους του αποτελεί την ελληνοτουρκική μεθόριο σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923. Εκβάλλει στο Θρακικό Πέλαγος, ανατολικά της Αλεξανδρουπόλεως, όπου σχηματίζει μεγάλο Δέλτα.

 

 

 

 

Έδεσσα: Πόλη της Δυτικής Μακεδονίας, πρωτεύουσα του νομού Πέλλης, περίφημη για τους καταρράκτες που δημιουργεί ο ποταμός Εδεσσαίος, ο οποίος την διαρρέει και διακλαδίζεται μέσα στην πόλη. Στην περιοχή της πιστευόταν ότι ήταν κτισμένη η αρχαία πρωτεύουσα της Μακεδονίας Αιγαί, νεότερες όμως γνώμες τοποθετούν τις Αιγές στη Βεργίνα (τα ερείπια που υπάρχουν στην Έδεσσα είναι της ομώνυμης αρχαίας πόλεως). Στην Έδεσσα υπάρχει υδροηλεκτρικό εργοστάσιο της Δ.Ε.Η. Η πόλη απελευθερώθηκε τον Οκτώβριο του 1912 στη διάρκεια του Α΄Βαλκανικού Πολέμου.

 

 

 

Ειρηναίος (1ος αι. μ.Χ.): Αλεξανδρινός γραμματικός και φιλόλογος, που πήρε το προσωνύμιο «Αττικιστής» από τις εργασίες του για την αττική διάλεκτο. Από τα πολλά έργα του σώθηκαν αποσπάσματα. Η οδός Ειρηναίου αποτελεί όριο των Δήμων Γαλατσίου και Αθηναίων.

 

 

 

 

 

Εκάβη: Σύζυγος του βασιλιά της Τροίας Πριάμου, κόρη του Δύμαντος, βασιλιά της Φρυγίας (ή κατ’ άλλους του βασιλιά των Θρακών Κισσέως), μία από τις τραγικότερες μορφές της Ελληνικής Μυθολογίας. Απόκτησε από τονη Πρίαμο 19 παιδιά, ανάμεσα στα οποία τον Έκτορα και Πάριδα. Ήταν συνετή σύζυγος, φιλόστοργη μητέρα και ευσεβής πιστή. Μετά της άλωση της Τροίας η Εκάβη έγινε δούλη των νικητών και αργότερα εκδικήθηκε το θάνατο του γιού της Πολυδώρου τυφλώνοντας και σκοτώνοντας τον βασιλιά της Θράκης Πολυμήστορα, στον οποίο τον είχε εμπιστευθεί. Μεταμορφώθηκε κατόπιν από τους θεούς σε σκύλο εξ αιτίας των δεινοπαθημάτων της. Ο τάφος της ήταν στη Χερσόνησο ή Χερρόνησο της Θράκης και λεγόταν Κυνός Σήμα (= τάφος του Σκύλου). Υπάρχουν πάντως και άλλες παραλαγές των σχετικών μύθων. Γύρω από τα παθήματα της Εκάβης ο Ευριπίδης έγραψε την ομώνυμη τραγωδία και την τραγωδία «Τρωάδες», στην οποία είναι κεντρική ηρωίδα.

 

 

Εκάτη: Θεά της νύχτας και των νυχτερινών δυνάμεων, του σεληνιακού φωτός και του τοκετού, προστάτιδα αργότερα της μαγείας, μικρασιατικής μάλλον προελεύσεως. Λατρευόταν ιδιαίτερα στην Αθήνα, όπου έστηναν στα σταυροδρόμια («τριόδους») στήλες με την «Τρίμορφη Εκάτη» για να δείχνει την κατεύθυνση, καθώς και στην Αίγινα, όπου ετελούντο Μυστήρια.

 

 

 

 

Ελικών (κ. Παληοβούνα): Όρος της Βοιωτίας με ύψος 1748 μ., το οποίο φθάνει έως τον Κορινθιακό Κόλπο. Επώνυμος ήρως ήταν ο Ελικών. Στην αρχαιότητα εθεωρείτο κατοικία των Μουσών. Η οδός Ελικώνος του Γαλατσίου αρχίζει από το Δήμο Αθηναίων (Άνω Κυψέλη), κάνει μία ημικλυκική διαδρομή στο Δήμο Γαλατσίου, από την οδό Κοκκερέλ μέχρι την οδό Σπόν, και συνεχίζει την πορεία της και πάλι στο Δήμο Αθηναίων.

 

 

 

 

Ελληνικό: Προάστειο της Αθήνας και ομώνυμος Δήμος (από το 1982), ανάμεσα στο Παλαιό Φάληρο και τη Γλυφάδα. Παλαιότερα η περιοχή είχε και την ονομασία Χασάνι. Εκεί βρισκόταν ο κεντρικός Αερολιμένας της Αθήνας, ο οποίος το 2001 μεταφέρθηκε στο νέο Αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» στα Σπάτα. Η οδός Ελληνικού στο Γαλάτσι αποτελεί όριο με το Δήμο Αθηναίων.

 

 

 

 

Ελπίς: Το συναίσθημα της προσδοκίας ευτυχών εξελίξεων και γεγονότων. Οι αρχαίοι είχαν προσωποποιήσει την Ελπίδα που τη θεωρούσαν θεά, κόρη του Διός.

 

 

 

 

 

Επίδαυρος: Αρχαία πόλη της Αργολίδος, περίφημη για το εκεί Ιερό του Ασκληπιού (Ασκληπιείον), όπου συνέρρεαν ασθενείς από όλη την Ελλάδα και υπεβάλλοντο σε θεραπεία «με εγκοίμησιν», αλλά και με σειρά «ιατρικών πράξεων» όπως θα λέγαμε σήμερα. Υπήρχε, εκτός από τα άλλα, και το μεγάλο θέατρο του 4ου αιώνα π.Χ., σώζεται ακέραιο μέχρι σήμερα. Εκεί δίνονται κάθε καλοκαίρι παραστάσεις αρχαίου δράματος κλπ. (Φεστιβάλ Επιδαύρου ή Επιδαύρεια, από το 1958). Στη νεότερη (Νέα) Επίδαυρο, την Πιάδα (από το Πεδιάς, παλαιότερο όνομα του οικισμού), ψηφίστηκε το «Πολίτευμα της Επιδαύρου», που ήταν και το πρώτο ελληνικό σύνταγμα.

 

 

 

Ερατώ: Μία από τις εννέα Μούσσες, προστάτιδα της ερωτικής ποιήσεως. Απεικονίζεται πάντοτε όρθια (κάποτε σχεδόν γυμνή) κρατώντας λύρα ή κιθάρα.

 

 

 

 

 

Έρση ή Έρρη (=δροσιά): Μία από τις τρεις κόρες του Κέκροπος, μυθικού βασιλιά των Αθηνών. Προς τιμήν της γινόταν η γιορτή των Αρρηφορίων ή Ερρηφορίων.

 

 

 

 

 

Εσπερίδες: Μυθικές νύμφες, φύλακες των χρυσών μήλων (πορτοκαλιών;) που ήταν δώρο της Γαίας στους γάμους του Διός και της Ήρας. Η μυθολογία τοποθετεί δυνητικά το δένδρο τους στις Ηράκλειες στήλες (σημερινό Γιβραλτάρ). Η αρπαγή των χρυσών αυτών μήλων (των «μήλων των Εσπερίδων») με τη βοήθεια του Άτλαντος, αποτέλεσε ένα από τους δώδεκα άθλους του Ηρακλέους.

 

 

 

 

Εύβοια: Ελληνικό νησί και ομώνυμος νομός με πρωτεύουσα τη Χαλκίδα, πολύ κοντά στη Βοιωτία, από την οποία χωρίζεται με τον πορθμό του Ευρίπου (η ονομασία Εύβοια προέρχεται από το ευ + βους = αυτή που έχει καλά βόδια). Έχει σημαντική ιστορία από τους αρχαιότατους χρόνους (Χαλκίς, Ερέτρια κατά την αρχαιότητα, το Νεγρεπόντε των μεσαιωνικών χρόνων, πασαλίκια του Ευρίπου και της Καρύστου κατά την Τουρκοκρατία, Επανάσταση του 1821) μέχρι την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους το 1830.

 

 

 

Ευριπίδης (480; – 406 π.Χ.): Μεγάλος αθηναίος τραγικός ποιητής, σύγχρονος του Αισχύλου και του Σοφοκλέους, από τη Σαλαμίνα. Λέγεται ότι γεννήθηκε την ημέρα που έγινε εκεί η περίφημη Ναυμαχία (480 π.Χ.). Αξιοσημείωτη είναι η φιλοσοφική και η ψυχολογική διάσταση των έργων του, για την οποία χαρακτηρίστηκε ως «ο από μηχανής φιλόσοφος». Σώθηκαν 17 τραγωδίες του.

 

 

 

 

Ευρυδίκη: Σύζυγος του μυθικού Ορφέως, κόρη του Απόλλωνος. Ήταν μία από της Δρυάδες νύμφες, δηλ. τις νύμφες των δένδρων και των δασών. Ο θάνατός της, από δάγκωμα φιδιού, άφησε απαρηγόρητο τον Ορφέα, ο οποίος μη μπορώντας να υπομείνει το χωρισμό, κατέβηκε στον Άδη και ζήτησε την επάνοδό της στη γη. Η μουσική του γοήτευσε τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη, που έδωσαν την άδεια της επαναφοράς της Ευρυδίκης στη γη και τη ζωή, με τον απαράβατο όμως όρο να μη γυρίσει ο Ορφεύς να δει τη σύζυγό του όσο χρόνο θα διαρκούσε το ταξίδι από τον Άδη στη Γη. Ο Ορφεύς όμως δεν άντεξε στην αναμονή και λίγο πριν από την άνοδό τους, γύρισε να δει τη γυναίκα του, με αποτέλεσμα την οριστική κάθοδό της στον Άδη. Ο μύθος του Ορφέως και της Ευρυδίκης (που εμφανίζεται στου ελληνιστικούς χρόνους, παλαιότερα ως σύζυγος του Ορφέως φερόταν η Αγριόπη) έδωσε την έμπνευση σε πολλούς καλλιτέχνες και λογοτέχνες από τους αρχαίους χρόνους μέχρι                                                                            σήμερα.

 

 

Ζάλογγο(ν): Βουνό της Ηπείρου και ομώνυμο χωριό, γνωστό από τον ηρωικό θάνατο των 57 γυναικών από το Σούλι, που έπεσαν χορεύοντας στο βάραθρο, κοντά στον ποταμό Αχέροντα, (ο Χορός του Ζαλόγγου) για να μην πέσουν στα χέρια του Αλή Πασά. Στο χώρο της θυσίας έχει στηθεί μνημειακή γλυπτική σύνθεση του Γιώργου Ζογγολόπουλου, ορατή από πολύ μακριά.

 

 

 

 

Ζήνων: Όνομα δύο φιλοσόφων της αρχαιότητας: – Ζήνων ο Κιτιεύς (336 – 263 π.Χ): Φιλόσοφος από το Κίτιον της Κύπρου ιδρυτής της Στωικής Σχολής, ο οποίος έζησε και έδρασε στην Αθήνα. Οι οπαδοί του ονομάστηκαν Στωικοί από την ποικίλη Στοά, όπου δίδασκε. – Ζήνων ο Ελεάτης (490 – 430 π.Χ.): Φιλόσοφος από την Ελέα της Κάτω Ιταλίας, κύριος εκπρόσωπος της Ελεατικής Σχολής και ιδρυτής της διαλεκτικής.

 

 

 

 

Ζήρια (Ζήρεια ή Κυλλήνη): Όρος της Πελοποννήσου στο νομό Κορινθίας με ύψος 2.376 μ. Βρίσκεται στα όρια με το νομό Αχαΐας, απέναντι από τον Χελμό (Αροάνια). Το άλλο όνομά του, Κυλλήνη, προέρχεται από τον Κυλλήνα, ήρωα των Αρκάδων και γενάρχη ενός αρκαδικού φύλου, το οποίο αργότερα εγκαταστάθηκε στις ακτές της Ηλείας και έδωσε το όνομά του στην πόλη Κυλλήνη. Η Ζήρεια είναι κατάφυτη από πεύκα και έλατα, εκτός από τις κορυφές της που είναι γυμνές. Σε μια από αυτές υπήρχε ιερό του Ερμού, που κατά την παράδοση γεννήθηκε εκεί. Το ίδιο όνομα έχουν και δύο χωριά (Ζήρια και Άνω Ζήρια) που βρίσκονται στην επαρχία Πατρών του νομού Αχαΐας σε υψόμετρο 110 και 500 αντίστοιχα, στις πλαγιές του όρους Παναχαϊκού.

 

 

 

Ήβη: Θεότητα των αρχαίων Ελλήνων, κόρη του Διός και της Ήρας, προσωποποίηση της νεότητας. Από τον Ηρακλή απόκτησε δύο γιούς, τον Αλεξιάρην και τον Ανίκητον.

 

 

 

 

 

Ηνίοχος (4ος αι. π.Χ.): Αθηναίος κωμικός ποιητής της μέσης αττικής κωμωδίας. Έγραψε πολλές κωμωδίες, από τις οποίες σώζονται λίγα μόνο αποσπάσματα. Μερικοί τίτλοι των κωμωδιών του είναι: «Τρόχιλος», «Γοργόνες», «Επίκληρος», «Φιλέταιρος», «Πολύευκτος», «Πολυπράγμων», «Δις εξαπατώμενος» κ.α. Περιώνυμος είναι και ένας άλλος Ηνίοχος, ο Ηνίοχος των Δελφών, χάλκινο άγαλμα του 5ου αι. π.Χ., που σώζεται σε σχεδόν άριστη κατάσταση. Αποτελούσε μέρος αναθηματικού συμπλέγματος στους Δελφούς, από το οποίο έχουν σωθεί μόνο τμήματα. Παριστάνει ολόσωμο τον ηνίοχο του άρματος, έχει ύψος 1,80 μ., και αποτελεί την τελειότερη έκφραση της γλυπτικής αυστηρού ρυθμού του 5ου αι. Ο δημιουργός του είναι άγνωστος , θα πρέπει όμως να φιλοτεχνήθηκε στις ελληνικές αποικίες της Μεγάλης Ελλάδος (Κάτω Ιταλία και Σικελία). Το αφιέρωσε το 470 π.Χ. στο Δελφικό Ιερό ο τύραννος Πολύζαλος της Γέλας, αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι αφιερωτής πιθανόν να ήταν ο Γέλων, αδελφός του Πολυζάλου. Το άγαλμα του Ηνιόχου φυλάσσεται σήμερα στο Μουσείο των Δελφών. Η οδός Ηνιόχου στο Γαλάτσι (στη συνοικία Λαμπρινής) διακόπτεται από οικοδομικό τετράγωνο στο ύψος της οδού Δρυάδων και συνεχίζεται μετά την οδό Παπαφλέσσα.

 

Ήπειρος: Περιοχή της Ελλάδας στα ΒΔ της χώρας, που βρέχεται από το Ιόνιο Πέλαγος. Διαιρείται στην (ελληνική) νότιο Ήπειρο και τη Βόρειο Ήπειρο, που ανήκει στην Αλβανία. Διαιρείται σε 4 νομούς (Ιωαννίνων, Θεσπρωτίας, Άρτης και Πρεβέζης) με αντίστοιχες πρωτεύουσες τα Ιωάννινα (που είναι και η μεγαλύτερη πόλη της Ηπείρου), την Ηγουμενίτσα, την Άρτα και την Πρέβεζα. Στη μεγαλύτερη ακμή έφθασε τον 4ο-3ο αι. π.Χ. όταν βασιλιάς της ήταν ο Πύρρος. Είναι πατρίδα πολλών Μεγάλων Ευεργετών της σύγχρονης Ελλάδας (Ζωσιμάδαι, Ζάππαι, Τοσίτσας, Στουρνάρης, Αβέρωφ κ.α.).

 

 

 

Ηράκλειο(ν): Μεγάλη πόλη της Κρήτης, στα βόρεια παράλιά της, πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού. Περιβαλλόταν από τείχος με μεγάλη τάφρο (χαντάκι), από όπου και η μεσαιωνική της ονομασία Χάνδαξ. Όταν την κατέλαβαν οι Βενετοί το 1210 έκτισαν νέο ισχυρό φρούριο (1462-1570) και έτσι ο Χάνδαξ (Candia) έγινε το πιο ισχυρό φρούριο της εποχής του. Η πόλη πήρε τη σημερινή της ονομασία το 1832 από την αρχαία πόλη Ηράκλειον, που υπήρχε στην περιοχή. Ενώθηκε με την Ελλάδα το 1913, μαζί με την υπόλοιπη Κρήτη. Κοντά στο Ηράκλειο σώζονται τα ερείπια των προϊστορικών ανακτόρων της Κνωσσού και της Φαιστού.

 

 

 

Ήρα: Μεγάλη θεά των αρχαίων Ελλήνων, μία από τους 12 θεούς του Ολύμπου, κόρη του Κρόνου και της Ρέας, αδελφή και σύζυγος του Διός, προστάτιδα του γάμου και της συζυγικής πίστεως (οι συνεχείς απιστίες του συζύγου της συχνά προκαλούσαν την οργή της). Ήταν μία από τις τρεις θεές που πήραν μέρος σε διαγωνισμό καλλιστείων με κριτή τον Πάριδα. Τα ιερά και οι γιορτές προς τιμής της ελέγοντο Ηραία.

 

 

 

 

Ηρόδοτος (485-421 π.Χ.): Ιστορικός από την Αλικαρνασσό, που επονομάστηκε «ο πατήρ της Ιστορίας». Το έργο του αναφέρεται στην ιστορία πολλών λαών (Μέσης Ανατολής, Αφρικής) καθώς και στην ιστορία των Περσικών Πολέμων. Οι Αλεξανδρινοί γραμματικοί χώρισαν το έργο αυτό σε 9 μέρες και σε καθένα από αυτά έδωσαν το όνομα μιας Μούσας.

 

 

 

 

Ηχώ: Νύμφη των βουνών και των δασών ή ωραία κόρη που ανάθρεψαν οι Νύμφες. Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές του σχετικού μύθου, όλες όμως συμφωνούν στο ότι χάθηκε το σώμα της και απόμεινε μόνο η φωνή της, που επαναλαμβάνει τις τελευταίες λέξεις που φθάνουν ως αυτήν. Οι Μούσες της δίδαξαν τραγούδι, αυλό και σύριγγα και, ως μουσικός, συναγωνιζόταν τον Πάνα. Ο τελευταίος την ερωτεύτηκε, αλλ’ όταν εκείνη αρνήθηκε, ο Παν εμφύσησε μανία στους βοσκούς, που τη διαμέλισαν (μία παραλλαγή τη θέλει σύντροφο του Πανός, με τον οποίο απόκτησε την Ιάμβην και την Ιυγγα ή την Βαυβώ). Σύμφωνα με άλλο μύθο η Ηχώ αγάπησε τον Νάρκισσον, χωρίς όμως να βρει ανταπόκριση.

 

 

 

Θεμιστοκλής (526/525-460 π.Χ): Μεγάλος Αθηναίος πολιτικός και στρατιωτικός, νικητής στη ναυμαχία της Σαλαμίνος, μία από τις κυρίαρχες μορφές των Περσικών Πολέμων. Μετά την ήττα των Περσών φρόντισε ιδιαίτερα για την οχύρωση των Αθηνών. Πέθανε (ή αυτοκτόνησε) στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας, όπου αναγκάστηκε να καταφύγει διωγμένος από την πατρίδα του. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα και ενταφιάστηκαν στον Πειραιά, όπου σήμερα έχει στηθεί ανδριάντας του.

 

 

 

Θερίσ(σ)ου – Θέρισο(ν): Χωριό της Κρήτης στο νομό Χανίων, στο οποίο οι Επαναστάτες του 1905, με επικεφαλής τον Ελευθ. Βενιζέλο, κήρυξαν την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα (Επανάσταση του Θερίσου). Το γεγονός εξυμνήθηκε από τη λαϊκή μούσα: ‘Ανοιξε πόρτα των Χανιών με τα χρύσα κλειδάκια να μπει ο Βενιζέλος μας με τα Θερισανάκια… Η διακήρυξη του Θερίσου δεν έφερε την εποχή εκείνη την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, η οποία έγινε μερικά χρόνια αργότερα, ύστερα από τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-13 με πρωθυπουργό πλέον της Ελλάδας τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

 

 

 

Θερμοπύλαι: Στενωπός άλλοτε στη Φθιώτιδα, ανάμεσα στο όρος Καλλίδρομο και το Μαλιακό Κόλπο. Στην αρχαιότητα είχε πλάτος μόνο 5 μέτρων, ενώ σήμερα, εξαιτίας των προσχώσεων του Σπερχειού, έχει πλάτος 7 χλμ. Εκεί έγινε το 480 π.Χ. η περίφημη Μάχη των Θερμοπυλών ανάμεσα στου Πέρσες του Ξέρξη και τους 300 Σπαρτιάτες του Λεωνίδα συνεπικουρούμενους από τους 700 Θεσπιείς που έμειναν στη θέση τους. Οι Έλληνες έπεσαν μέχρις ενός, χάρη στην προδοσία του Εφιάλτη, οι Πέρσες πέρασαν, αλλά ο απόηχος της θυσίας εμψύχωσε τους Έλληνες πολεμιστές και παραμένει ζωντανός μέχρι τις μέρες μας.

 

 

 

Ιέραξ: Ο άνθρωπος που με τη φλυαρία του καθυστέρησε τον θεό Ερμή για να τον εμποδίσει να απαγάγει την Ιώ από τον  Άργο. Τελικώς ο Ερμής σκότωσε τον Άργο και ο Ιέραξ μεταμορφώθηκε τότε στο ομώνυμο πουλί. Ιέρακος, το γεράκι. Ο Ιέραξ ήταν, επίσης, Έλληνας λόγιος του 16ου αιώνα.

 

 

 

 

 

Ιθάκη: Ένα από τα μικρότερα νησιά, που ανήκει στο νομό Κεφαλληνίας. Κατά την «Οδύσσεια» του Ομήρου εκεί ήταν το βασίλειο του Οδυσσέως ( κατά τον γερμανό αρχαιολόγο Γουλιέλμο Δαίρπφελδ η ομηρική Ιθάκη είναι η Λευκάδα, οι νεότερες όμως αντιλήψεις την ταυτίζουν με το σημερινό ομώνυμο νησί). Ακολούθησε γενικά τις ιστορικές τύχες των Επτανήσων και ενώθηκε με την Ελλάδα το 1864 με τα υπόλοιπα νησιά.

 

 

 

 

Ιθώμη: Όρος της Μεσσηνίας γνωστό από την αρχαιότητα, με δύο κορυφές, την κυρίως Ιθώμη (σημερ. Βουλκάνον υψ. 800 μ.) και την «Εύα» (σημερ. Άγιος Βασίλειος), στην κορυφή του οποίου έχει κτιστεί η Μονή Βουλκάνου. Επίσης αρχαιότατη πόλη, η κατόπιν Μεσσήνη. Η Μεσσήνη σήμερα έχει το όνομα Νησί, ενώ η όλη περιοχή της αρχαίας Ιθώμης λέγεται Μαυρομμάτι, που είναι και το όνομα του χωριού που υπάρχει εκεί.

 

 

 

 

Ιπποκράτης ο Κώος (470-337 περ. π.Χ.): Περιώνυμος αρχαίος γιατρός από την Κω. Είναι ο πρώτος που ταξινόμησε συστηματικά την ιατρική και εισηγήθηκε μεθόδους για τη θεραπεία διαφόρων ασθενειών, γι’ αυτό και χαρακτηρίστηκε ως «Πατέρας της Ιατρικής». Γνωστός είναι ο Όρκος του, που τον δίνουν ακόμα και σήμερα οι νέοι γιατροί.

 

 

 

 

Ιωάννινα (Γιάννενα): Πόλη της Ηπείρου, πρωτεύουσα του νομού Ιωαννίνων, έδρα της ηγεμονίας του Αλή Πασά κατά το τέλος του 18ου και το πρώτο τέταρτο του 19ου αι. Απελευθερώθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 1913, στη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της η πόλη των Ιωαννίνων ήταν στρατιωτικό, πνευματικό και οικονομικό κέντρο της Ηπείρου και η θέση της αναβαθμίστηκε ιδιαίτερα στη σύγχρονη εποχή με την ίδρυση του Πανεπιστημίου το Δεκέμβριο του 1970.

 

 

 

Καβάλα: Παράλια πόλη της ανατολικής Μακεδονίας, πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού. Είχε φθάσει σε μεγάλη ακμή κατά την Τουρκοκρατία και σήμερα είναι σημαντική εμποροβιομηχανική πόλη και κέντρο καπνοβιομηχανίας. Στη θαλάσσια περιοχή της βρίσκονταν οι πετρελαιοπηγές του Πρίνου. Από τον Κόλπο των Ελευθεριών, που αποτελεί τμήμα του τεχνητού λιμένα της Καβάλας, ξεκίνησε ο Ελληνικός Στρατός για την εκστρατεία στη Μικρά Ασία το 1919.

 

 

 

Καββαδίας Νίκος (1910-1975): Ασυρματιστής του εμπορικού ναυτικού και ποιητής, από τους σπουδαιότερους. Γεννήθηκε στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας και αργότερα εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Μέσα από τα γεμάτα εξωτισμό ποιήματά του (συλλογές «Μαραμπού» και «Πούσι», «Τραβέρσο»), που μερικά μελοποιήθηκαν από νεοέλληνες μουσουργούς, γίνεται φανερή η αγάπη του για τη θάλασσα και τα μακρινά ταξίδια.

 

 

 

 

Καλάμαι: Παλαιά ονομασία της Καλαμάτας, πρωτεύουσας του νομού Μεσσηνίας. Η ονομασία επιβιώνει στην επαρχία Καλαμών και ως χαρακτηρισμός γεωργικών προϊόντων (ελιές, λάδι Καλαμών).

 

 

 

 

 

Καλλισθένης (360-327 π.Χ.): Ιστοριογράφος και φιλόσοφος, συμμαθητής του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τον οποίο ακολούθησε στην εκστρατεία του στην Ασία. Διακρινόταν για την ανεξαρτησία της γνώμης του και κατέκρινε τον Μ. Αλέξανδρο και αυλοκόλακες που τον περιστοίχιζαν, με αποτέλεσμα να φυλακιστεί και να πεθάνει στη φυλακή. Από τα έργα του σώθηκαν μερικά αποσπάσματα. Δεν έχει καμία σχέση με τον Ψευδοκαλλισθένη και τη μυθιστορία του, έργο του 3ου αι. π.Χ.

 

 

 

Καλόγηρος Σαμουήλ (+1803): Ιερομόναχος και πολεμιστής από την Άνδρο, μαθητής του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Ο Σαμουήλ με 4 (κατ’ άλλους 6) συντρόφους του παρέμεινε το 1803 στο Σούλι και ανατίναξε με πυρίτιδα, που υπήρχε στη μικρή εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, το φρούριο του Κουγκίου για μη το καταλάβει ο Αλή Πασάς, που το πολιορκούσε. Τη θυσία τους απαθανάτισε η λαϊκή μούσα: Πήραν την Κιάφα την κακή επήραν και Κούγκι, κι έκαψαν τον καλόγερο με τέσσερις νομάτους.

 

 

 

Το Καλπάκι είναι η έδρα του Δήμου Πωγωνίου του Νομού Ιωαννίνων. Είναι γνωστό για την ιστορία του κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (Μάχη του Καλπακίου) κατά την εισβολή των Ιταλών.

 

 

 

 

 

Καμέλ(λ)ια: Καλλωπιστικό δένδρο ή θάμνος της τροπικής ή υποτροπικής Ασίας, με ωραία κόκκινα ή άλλου χρώματος λουλούδια. Ανήκει στην οικογένεια των Τεϊδών (Theaceae). Η ονομασία της προέρχεται από τον ιεραπόστολο Καμέλλι, που την εισήγαγε το 18ο αιώνα στην Ευρώπη. Κυριότερα είδη της είναι: καμέλια η ανεμωνόφυλλος, καμέλια η δικτυόφυλλος, καμέλια η ελαιοφόρος, καμέλια η ιαπωνική (κ. καμέλια), που καλλιεργείται και στην Ελλάδα σε θερμοκήπια. Είναι ένα κατ’ εξοχήν διακοσμητικό φυτό με 2.000 περίπου ποικιλίες λουλουδιών, χρωμάτων κλπ. (να σημειωθεί πάντως ότι στην ίδια οικογένεια ανήκει και η καμέλια ή τέϊα η κινέζικη, που δίνει το γνωστό μας τσαϊ). Η καμέλια απαθανατίστηκε στο γνωστό μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου Δουμά υιού «Η Κυρία με τις Καμελίας» (La Dame aux Cameliaw).

 

 

 

Δημήτριος Καμπούρογλου: Ο Δημήτριος Καμπούρογλου (ιστοριοδίφης, λογοτέχνης, δικηγόρος, ποιητής και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών) μας ταξιδεύει στο Γαλάτσι του 1600 με το εξαιρετικό του κείμενο «Γραικός, Γενίτσαρος και Βενετσάνος» και μας περιγράφει την πηγή από την οποία τρέχει αγιασμένο νερό. Ο Δημήτριος Καμπούρογλου ή Καμπούρογλους (14 Οκτωβρίου 1852 – 21 Φεβρουαρίου 1942) ήταν ιστοριοδίφης, λογοτέχνης, ακαδημαικός, δικηγόρος, ποιητής και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Γεννήθηκε στην Αθήνα αλλά καταγόταν από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης και ήταν γιος του Γρηγορίου Καμπούρογλου, ιδρυτή της Εθνικής σκηνής, και της λογίας Μαριάννας Σωτηριανού – Γέροντα, κόρης του Άγγελου Γέροντα. Βαφτίστηκε από τον αυλάρχη του Όθωνα, Π. Νοταρά. Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1877 αναγορεύτηκε διδάκτορας. Αρχικά εργάστηκε ως δικηγόρος και στη συνέχεια ασχολήθηκε με την ιστορική αναδίφηση και την Ιστοριογραφία με την οποία και ασχολήθηκε τελικά. Από το 1873 έως το 1881 αναλαμβάνει την αρχισυνταξία της «Εφημερίδος», του εκδότη Δημήτριου Κορομηλά. To 1881 διαφωνώντας με τον Κορομηλά, αποχωρεί απο την αρχισυνταξία της εφημερίδας και ιδρύει τη δική του εφημερίδα, που την ονομάζει «Νέα Εφημερίς» ενώ το 1882 υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος. Την περίοδο 1884-1886 ήταν διευθυντής του περιοδικού «Εβδομάς». Το 1891 προσλήφθηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και τον επόμενο χρόνο διορίστηκε επιμελητής των χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Την περίοδο 1904-1917 διετέλεσε διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης, αλλά το 1917 με τον νόμο περί άρσης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων παύθηκε από τη θέση του. Το 1923 τιμήθηκε από την πολιτεία με το αριστείο γραμμάτων. Το 1927 έγινε το πρώτο δια εκλογής μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών και την περίοδο 1934-1935 χρημάτισε πρόεδρος της Ακαδημίας.Στις αρχές του 1942 ασθένησε με πνευμονία, στις 10 Φεβρουαρίου υπέστη ένα ελαφρύ εγκεφαλικό επεισόδιο και στις 21 Φεβρουαρίου της ίδιας χρονιάς πέθανε. Ήταν παντρεμένος με την Καλλιόπη Μαράτου από το1884 και είχε τρία παιδιά: Τον Γρηγόρη, την Ελένη και την Τζένη. Στις 19 Απριλίου του 1939 έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του στην πλατεία Φιλομούσου Εταιρείας στην Πλάκα.

 

Κανάρης Κωνσταντίνος (1793/95-1877): Γενναίος πυρπολητής κατά την επανάσταση του 1821, από τα Ψαρά, γνωστός από την πυρπόληση της Τουρκικής ναυαρχίδας στη Χίο (6/7 Ιουνίου 1822) και άλλες σχετικές επιχειρήσεις. Μετά την απελευθέρωση πήρε το βαθμό του ναυάρχου και έγινε γερουσιαστής, υπουργός και πρωθυπουργός της Ελλάδας (1848, 1877).

 

 

 

 

Καποδίστριας Ιωάννης (κόμις, 1776-1831): Ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας (1827-1831), πολιτικός και διπλωμάτης από την Κέρκυρα. Σπούδασε ιατρική και αρχικά εργάστηκε ως γιατρός. Αργότερα διετέλεσε γραμματεύς του Κράτους των Ιονίων Νήσων και στη συνέχεια πήγε στη Ρωσία, όπου υπηρέτησε στο διπλωματικό κλάδο και έγινε υπουργός εξωτερικών του τσάρου. Από τις θέσεις αυτές διακρίθηκε σε εξαιρετικά δύσκολες διπλωματικές αποστολές. Πολλές από τις ενέργειες του ωφέλησαν σε μεγάλο βαθμό διάφορα Ευρωπαϊκά κράτη (Γαλλία, Ελβετία κ.α.), τα οποία στη συνέχεια τον τίμησαν κατάλληλα. Εργάστηκε επίσης και για την ελληνική υπόθεση. Το 1827 εκλέχθηκε από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνος Κυβερνήτης της Ελλάδος για 7 χρόνια και τον Ιανουάριο 1828 ήλθε στην Ελλάδα, όπου έθεσε τις βάσεις για τη συγκρότηση του νέου Ελληνικού Κράτους μετά την Επανάσταση του 1821. Δολοφονήθηκε στο Ναύπλιο στις 27 Σεπτεμβρίου/                                                                               6 Οκτωβρίου 1831.

 

Καραϊσκάκης Γεώργιος (1782-1827): Κορυφαίος αγωνιστής του 1821 και στρατηγός, αρχιστράτηγος Στερεάς Ελλάδος, περιώνυμος για τη στρατηγική του ικανότητα και την ανδρεία του. Ήταν γιος της καλόγριας Ζωής Διμισκή, από όπου και το προσωνύμιό του «ο γιος της Καλόγριας». Έδωσε πολλές νικηφόρες μάχες εναντίον των Τούρκων (σπουδαιότερη στην Αράχωβα το Νοέμβριο 1826) και σκοτώθηκε στο Νέο Φάληρο στις 22 Απριλίου 1827, μία μόλις ημέρα πριν από την άτυχη για τους Έλληνες Μάχη του Αναλάτου.

 

 

 

Μιχαήλ Καραολής και Ανδρέας Δημητρίου: Ήρωες του Κυπριακού Αγώνα, μέλη της Ε.Ο.Κ.Α., που απαγχονίστηκαν μαζί στις 10 Μαΐου 1956 στη Λευκωσία, οι πρώτοι από τους Κύπριους πατριώτες που απαγχονίστηκαν στη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα.

 

 

 

 

Καρασούτσας Ιωάννης (1824-1873): Ποιητής από τη Σμύρνη και καθηγητής των Γαλλικών. Εξέδωσε πολλές ποιητικές συλλογές και μετέφρασε έργα της ξένης λογοτεχνίας. Έγραψε επίσης βιβλία για την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας. Η οδός Καρασούτσα του Γαλατσίου είναι συνέχεια της ίδιας οδού του Δήμου Αθηναίων.

 

 

 

 

Καρδίτσα: Πόλη της Θεσσαλίας, πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού. Άρχισε να αναπτύσσεται ιδίως μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα (1881). Διαρρέται από παραπόταμο του Πηνειού. Περίφημο είναι το μεγάλο πάρκο της, το «Παυσίλυπον».

 

 

 

 

Καστέλλι(ον): Ονομασία κωμοπόλεων και χωριών σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Γνωστότερο είναι το Καστέλλι Κισσάμου της Κρήτης, πρωτεύουσα της επαρχίας Κισσάμου του νομού Χανίων. Έγινε πεδίο πολεμικών επιχειρήσεων σε όλες τις επαναστάσεις της Κρήτης. Η οδός Καστελλίου του Γαλατσίου είναι συνέχεια της ομώνυμης οδού του Δήμου Αθηναίων.

 

 

 

 

Κατσώνης Λάμπρος (1752-1804): Περίφημος ναυτικός καταδρομέας από τη Λειβαδιά, στην υπηρεσία της Ρωσίας, ο οποίος έδρασε με επιτυχία, κυρίως στο Αιγαίο, εναντίον των Τούρκων κατά την περίοδο 1770-1792 (Ρωσοτουρκικός Πόλεμος). ΤΟ 1788 η τσαρίνα Αικατερίνη Β’ η Μεγάλη, αναγνώρισε το στόλο του Λ. Κατσώνη ως «στόλο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας». Το 1790 ηττήθηκε στο Στενό της Άνδρου, αλλά τον επόμενο χρόνο ανέλαβε και πάλι δράση (σχετικά με την ανασύνταξη του στολίσκου μετά την καταστροφή στην Άνδρο, η ελληνική «Εφημερίς» της Βιέννης έγραψε στις 4 Φεβρουαρίου 1791: «… Τοις 2 του παρόντος ήλθεν ένας ρώσσικος Γενεράλης φέρωντας μίαν γραφήν από τον Φίρστιν Ποτεμκίν προς τον εγενή άρχοντα Λάμπρον Κατζιώνη, μαζί με χρυσόβουλον υπογεγραμμένον από την Αυτοκρατόρισσαν Ρουσσίας, όπου τον έκαμε Κολλονέλον ήγουν Ομπρέστερον και αρχηγόν της Φλότας εις το Αρχιπέλαγος […] δια να στείση ο κυρ Λάμπρος την Φλόταν του όχι μόνον καθώς ήταν προτήτερα, αλλά ακόμη καλλίτερα»). Επακολούθησε το 1792 η ειρήνη ανάμεσα στη Ρωσία και την Τουρκία και η Αικατερίνη έπαψε να τον υποστηρίζει. Αποσύρθηκε τότε στην Κριμαία και ίδρυσε στον Εύξεινο Πόντο μία πόλη, τη Λειβαδιά (Καράσοϊ), σήμερα αναρρωτήριο, θέρετρο και αναπαυτήριο προσωπικοτήτων της Ουκρανίας.

 

 

Καψάλης Χρήστος (1751-1826): Αγωνιστής του 1821, δημογέρων και ήρωας του Μεσολογγίου. Κήρυξε την επανάσταση στο Μεσολόγι και διέθεσε ολόκληρη την περιουσία του για τις ανάγκες του Αγώνα. Όταν μπήκαν οι Τούρκοι στο Μεσολόγγι το 1826, έβαλε φωτιά στην πυρίτιδα που είχε συγκεντρώσει στο σπίτι του και τινάχτηκε στον αέρα μαζί με άλλους 400 γέροντες και γυναικόπαιδα, καθώς και πολλούς Τουρκοαιγύπτιους.

 

 

 

 

Κέα (Τζιά): Νησί των Κυκλάδων, το πλησιέστερο στην Αττική, κοντά στο ακρωτήριο Σούνιο, με πολύ παλαιά ιστορία. Είναι πατρίδα πολλών επιφανών της αρχαιότητας και των νεότερων χρόνων. Κατά τη Φραγκοκρατία (1296) ονομάστηκε Cea ή Zea, από όπου και το σημερινό λαϊκό όνομα Τζιά. Απελευθερώθηκε το 1832.

 

 

 

 

Κένταυρος: Μυθικό τέρας, άνδρας από τη μέση και επάνω και άλογο από τη μέση και κάτω. Οι Κένταυροι ήταν παιδιά του βασιλιά της Θεσσαλίας Ιξίωνος και της Νεφέλης (υπάρχουν και άλλες παραλλαγές του μύθου). Οι περισσότεροι ζούσαν στο Πήλιο, ενώ άλλοι σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Ο πιο γνωστός Κένταυρος είναι ο Χείρων, ο οποίος ανάθρεψε και δίδαξε τον Αχιλλέα. Οι Κένταυροι εξολοθρεύτηκαν κατά την Κενταυρομαχία, τη μάχη ανάμεσά στους Κενταύρους και Λαπίθες, που έγινε στου γάμους του Πειρίθου και της Ιπποδαμείας, όταν οι πρώτοι επιχείρησαν να αρπάξουν τη νύφη και τις άλλες γυναίκες των Λαπιθών.

 

 

 

Κέρκυρα: Το βορειότερο από τα μεγάλα Ιόνια νησιά, πολύ κοντά στη Ηπειρωτική ακτή, έδρα του βενετού βαΐλου στην περίοδο της Βενετοκρατίας και του άγγλου κυβερνήτη στην περίοδο της Αγγλοκρατίας. Μαζί με τους Παξούς και μερικά μικρότερα νησιά αποτελεί το νομό Κερκύρας. Η ιστορία της αρχίζει από τους προϊστορικούς χρόνους και φθάνει, πολυκύμαντη, μέχρι τις μέρες μας. Στους νεότερους χρόνους ιδρύθηκαν στην Κέρκυρα η Ιόνιος Ακαδημία (1819-1865), οι Ακαδημίες των Φίλων, των Περιπλανωμένων, των Φιλομαθών κ.α., Σχολή Καλών Τεχνών (1815), η Αναγνωστική Εταιρεία (1836), η Φιλαρμονική Εταιρεία (1840) κ.α., που την έκαναν λαμπρό πνευματικό κέντρο. Προστάτης άγιός της είναι ο Άγιος Σπυρίδων, που εορτάζει στις 12 Δεκεμβρίου (λιτανεία του σκηνώματος του γίνεται τέσσερις φορές το χρόνο). Είναι η πατρίδα πολλών διάσημων Επτανησίων: Ιω. Καποδίστρια, Ν. Μάντζαρου, Ν. Θεοτόκη, Ε. Βουλγάρεως, Α. Μουστοξύδη, Ι. Πολυλά, Γ. Μαρκορά, Κ. Θεοτόκη,                                                                   Π. Αρμένη-Βράϊλα κ.α. πολλών. Ιδιαίτερα φημίζεται για τις φυσικές καλλονές

 

 

Κιλκίς: Πόλη της Κεντρικής Μακεδονίας, πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού, στα βόρεια της Θεσσαλονίκης. Απελευθερώθηκε τον Ιούνιο του 1913 ύστερα από την περίφημη μάχη του Κιλκίς (19-23 Ιουνίου), τη μεγαλύτερη του Β’ Βαλκανικού Πολέμου, και γνώρισε μεγάλη ακμή μετά το 1930.

 

 

 

 

Κίρκη: Μυθική ωραιότατη μάγισσα, κόρη του Ηλίου και της Ωκεανίδος Πέρσης και αδελφή του Αιήτου, βασιλιά της Αίας (σύμφωνα με άλλη παράδοση ήταν κόρη του). Κατοικούσε στο νησί Αιαία (στη Τυρρηνική Θάλασσα;). Κατά την «Οδύσσεια» του Ομήρου Ο Οδυσσεύς και οι σύντροφοί του βρέθηκαν στην Αιαία γυρίζοντας από την Τροία. Η Κίρκη μεταμόρφωσε τους συντρόφους του Οδυσσέως σε χοίρους, ο Οδυσσεύς όμως, την υποχρέωσε να τους δώσει την αρχική τους μορφή. Οι ταξιδιώτες έμειναν εκεί ένα χρόνο και στο διάστημα αυτό η Κίρκη απόκτησε από τον Οδυσσέα τον Τηλέγονον(υπάρχουν και άλλες παραλλαγές του μύθου ως προς τα παιδιά της Κίρκης). Σύμφωνα με μία παράδοση ο τάφος της ήταν στην Ελλάδα σε ένα νησάκι ανάμεσα στη Σαλαμίνα και την Ελευσίνα. Ο μύθος της Κίρκης έδωσε την έμπνευση σε πολλές εικαστικές παραστάσεις τόσο κατά της αρχαιότητα όσο και στους νεότερους χρόνους. Το όνομα Κίρκη (παλαιότερα Κιρκάκιοϊ ή Κιρκά) έχει ένα χωριό της Θράκης στα ΒΔ της Αλεξανδρουπόλεως (ν. Έβρου) σε υψόμετρο 205. Κοντά, σε υψόμετρο 170, βρίσκεται και ο οικισμός Μεταλλεία Κίρκης.

 

 

Κίσ(σ)αμος: Αρχαία πόλη της Κρήτης και σημερινή επαρχία του νομού Χανίων. Το ίδιο όνομα είχε και άλλη πόλη του νομού Χανίων κοντά στη θέση «Άπτερα», ανατολικά των Χανίων. Κίσσαμος αποκαλείται πολλές φορές και η κωμόπολη Καστέλλι (Κισσάμου).

 

 

 

 

Κλέαρχος (5ος αι. π.Χ.): Ικανός στρατηγός και ναύαρχος, από τη Σπάρτη, που έδρασε στην περίοδο 450-401 π.Χ. Πήρε μέρος σε πολλές πολεμικές επιχειρήσεις στο Βυζάντιο και αλλού. Το 401 πήγε στις Σάρδεις, με μισθοφόρους, για να βοηθήσει τον Κύρον τον νεότερον στην προσπάθειά του να εκθρονίσει τον αδελφό του Αρταξέρξη. Μετά τη μάχη στα Κούναξα της Βαβυλωνίας, κατά την οποία σκοτώθηκε ο Κύρος, ο Κλέαρχος και οι άλλοι στρατηγοί συνελήφθησαν με δόλο από τους Πέρσες και εκτελέστηκαν (401), ενώ το ελληνικό μισθοφορικό σώμα, με αρχηγό τον αθηναίο ιστορικό Ξενοφώντα, επέστρεψε στην Ελλάδα (Κάθοδος των Μυρίων σηλ. των 10.000 στρατιωτών). Το ίδιο όνομα είχε ένας περιπατητικός φιλόσοφος από την Κύπρο (γύρω στο 250 π.Χ.) και ένας θρυλικός γλύπτης της αρχαϊκής εποχής.

 

 

 Κνωσ(σ)ός: Κύρια πόλη της Μινωικής Κρήτης, 5 χλμ. ΝΑ του σημερινού Ηρακλείου. Ήταν κέντρο του Μινωικού Πολιτισμού και άκμασε ανάμεσα στο 1700 και 1400 π.Χ. Περίφημα ήταν το ανάκτορο της Κνωσού και ο Λαβύρινθος (από το Λάβρυς = διπλούς πέλεκυς), όπου κατά τη μυθολογία ζούσε ο Μινώταυρος. Η ζωή της Κνωσσού συνεχίστηκε και κατά τους ιστορικούς χρόνους. Οι ανασκαφές, αρχικά από τον Μίνωα Καλοκαιρινό (1878) και συστηματικές από τον άγγλο αρχαιολόγο Αρθρούρο Έβανς (από το 1896) έφεραν στο φως μεγαλοπρεπή ερείπια του ανακτόρου, με τις περίφημες τοιχογραφίες, τα 1.200 δωμάτια και το τέλειο αποχετευτικό σύστημα.

 

 

 

Κοζάνη: Πόλη της Δυτικής Μακεδονίας, πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού. Ιδρύθηκε στους πρόποδες του όρους Βέρμιον πιθανώς το 14ο αιώνα. Έφθασε σε μεγάλη ακμή από το 17ο αιώνα και μετά. Τότε κτίστηκε ο ναός του Αγίου Νικολάου (1664) και η περίφημη βιβλιοθήκη και σχολή (1668), όπου δίδαξαν μεγάλες μορφές Δασκάλων του  Γένους. Απελευθερώθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1912.

 

 

 

 

Κόκκερελ Κάρολος Ροβέρτος (Cockerell,1788-1863): Άγγλος αρχιτέκτων και αρχαιολόγος, ο οποίος έκανε ανασκαφές σε διάφορα μέρη της Ελλάδας (Αίγινα, Φιγαλεία) και σχεδίασε, μαζί με τον Χριστιανό Χάνσεν την Αγγλικανική Εκκλησία στην Αθήνα. Έγραψε βιβλία που αναφέρονται στην Ελληνική τέχνη. Η οδός Κόκκερελ αποτελεί όριο των Δήμων Αθηναίων και Γαλατσίου.

 

 

 

 

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (1770-1843): Ο «Γέρος του Μωρηά», φιλικός και ένας από τους μεγαλύτερους ηγέτες της Επαναστάσεως του 1821. Υπηρέτησε στα αγγλικά τάγματα της Ζακύνθου και πήρε το βαθμό του ταγματάρχου (1810). Στις 23 Μαρτίου 1821, μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, απελευθέρωσαν την Καλαμάτα. Ήταν αρχιστράτηγος του Αγώνα στην Πελοπόννησο, πορθητής της Τριπολιτσάς, νικητής στο Βαλτέτσι, καταστροφέας του Δράμαλη στα Δερβενάκια, αντίπαλος του Ιμπραήμ. Μετά την απελευθέρωση και μετά την περιπέτειά του με την Αντιβασιλεία, η οποία τον καταδίκασε το 1834 σε θάνατο, πήρε το βαθμό του στρατηγού και έγινε σύμβουλος της Επικρατείας.

 

 

 

Κομοτηνή: Πόλη της Δυτικής Θράκης, πρωτεύουσα του νομού Ροδόπης, με έντονη παρουσία μουσουλμανικού στοιχείου. Στην Ελλάδα περιήλθε με τη Συνθήκη των Σερβών (1920). Είναι έδρα του μητροπολίτη Μαρωνείας και σχολών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.

 

 

 

 

Κοραής Αδαμάντιος (1748-1833): Μεγάλος Δάσκαλος του Γένους, λόγιος, φιλόσοφος και γιατρός, πρωτεργάτης του Ελληνικού Διαφωτισμού. Γεννήθηκε στη Σμύρνη από γονείς αχαϊκής καταγωγής. Το 1786 εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Παρίσι και ασχολήθηκε με τη μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Εργάστηκε πολύ για την ανάπτυξη του πνευματικού επιπέδου των συμπατριωτών του, επειδή πίστευε ότι μόνο με τη μόρφωση θα μπορούσαν οι Έλληνες να αποκτήσουν την ελευθερία τους. Βοήθησε επίσης πολύ τον Αγώνα του 1821 παρά τη μεγάλη ηλικία του, γι’ αυτό και ανακηρύχθηκε «Άξιος της Πατρίδος». Άφησε μεγάλο συγγραφικό έργο. Κορυφαίο έργο του θεωρούνται τα «Ατακτά» του, σειρά τόμων με ύλη γλωσσική, λεξικογραφική, ηθικογραφική, πολιτική, αρχαιολογική κλπ.

 

 

Κόριννα (6ος-5ος αι.): Ποιήτρια από την Τανάγρα της Βοιωτίας, σύγχρονη του Πινδάρου. Από τα ποιήματά της, που έχουν γραφεί στη βοιωτική διάλεκτο, σώζονται μερικά αποσπάσματα.

 

 

 

 

 

Κούγκι: Λόφος της περιοχής του Σουλίου, με ομώνυμο φρούριο, απέναντι από την Κιάφα. Είναι περίφημο για την αντίστασή του στον Αλή Πασά και την ανατίναξή του, το 1803, από τον καλόγερο Σαμουήλ, που παρέμεινε κλεισμένος σ’ αυτό με λίγους συντρόφους του.

 

 

 

 

Κουμουνδούρος Αλέξανδρος (1815 – 1883): Επιφανής πολιτικός από τη Μάνη, πολλές φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας. Την πρώτη του κυβέρνηση σχημάτισε το 1865 και έκανε τις πρώτες εκλογές με απόλυτη τάξη. Στη συνέχεια σχημάτισε και άλλες κυβερνήσεις (1866, 1870, 1875, 1878, 1880) και διετέλεσε επίσης Πρόεδρος της Βουλής. Σ’ αυτόν οφείλονται οι δύο περίφημοι νόμοι «περί ληστείας» και «περί ευθύνης βουλευτών». Στη διάρκεια μιας πρωθυπουργίας του παραχωρήθηκε η Θεσσαλία στην Ελλάδα (1881). Η λίμνη Κουμουνδούρου (οι αρχαίοι Ρειτοί στο δρόμο προς την Ελευσίνα) πήρε το όνομα αυτό, επειδή εκεί κοντά ήταν ένα κτήμα του.

 

 

 

Κουντουριώτης: Επώνυμο μεγάλης οικογένειας από την Ύδρα, της οποίας σημαντικότερα μέλη ήταν ο Λάζαρος Κουντουριώτης (1769-1852), επιφανής μορφή της Επαναστάσεως του 1821, την οποία ενίσχυσε με μεγάλα χρηματικά ποσά, ο Γεώργιος Κουντουριώτης (1782 – 1858), πολιτικός, γερουσιαστής και πρωθυπουργός, και ο Παύλος Κουντουριώτης (1855 – 1935), ναύαρχος, νικητής της ναυμαχίας της Έλλης (1912), νίκης την οποία πέτυχε με την αξιοποίηση του νεότευκτου τότε θωρηκτού «Αβέρωφ», αντιβασιλεύς (1920) και πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας (1924, 1929).

 

 

 

Κούρτιος Ερνέστος (Νίκου Ξυλούρη) (Curtius, 1814 – 1898): Γερμανός φιλόλογος, ιστορικός και αρχαιολόγος. Έκανε ανασκαφές στην Ολυμπία και έγραψε πολλά έργα που αναφέρονται στην Ελλάδα, ανάμεσα στα οποία την τρίτομη «Ελληνική Ιστορία», που μετέφρασε στα ελληνικά ο Σπ. Λάμπρος. Ένα μικρό τελικό τμήμα της οδού Ερν. Κουρτίου αποτελεί όριο των Δήμων Γαλατσίου και Αθηναίων.

 

 

 

 

Κρήτη: Το μεγαλύτερο από τα ελληνικά νησιά (πέμπτο της Μεσογείου) με αρχαιότατη ιστορία και πολιτισμό (Μινωικός Πολιτισμός, Τρωικός Πόλεμος). Από εκεί πέρασαν πολλοί κατακτητές, όπως οι Ρωμαίοι, οι Σαρακηνοί, οι Φράγκοι, οι Βενετοί, οι Τούρκοι, και εναντίον τους έγιναν πολυάριθμες επαναστάσεις (1692,1770, 1821, 1841, 1866, μ1905 και άλλες) μέχρι την οριστική ένωσή της με την Ελλάδα το 1913. Η Κρήτη είναι εξαιρετικά ορεινή (Λευκά Όρη, Ίδη ή Ψηλορείτης, Δίκτη) και φημισμένη για τις φυσικές καλλονές της και τον αρχαιολογικό πλούτο της (Κνωσός, Φαιστός, Γουρνιές, Αρχανές, Ιδαίον Άντρον κ.α.). Διαιρείται σε 4 νομούς με μεγαλύτερες πόλεις το Ηράκλειο, τα Χανιά και το Ρέθυμνο. Άλλες γνωστές πόλεις και κωμοπόλεις είναι ο Άγιος Νικόλαος, η Σητεία, τα Ανώγεια, η Ιεράπετρα, τα Σφακιά κλπ., ενώ περιώνυμες τοποθεσίες και ιστορικοί τόποι είναι το Φαράγγι της Σαμαριάς, το Φραγκοκάστελλο, η παραλία του Βάϊ, η Σπιναλόγκα, η Γραμβούσα, το Ακρωτήρι, η Μονή Αρκαδίου κ.α. Περίφημη είναι η μάχη της Κρήτης (Απρίλιος – Μάϊος 1941) κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι πατρίδα πολλών επιφανών προσώπων, όπως του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου – El Greco, Βιντσέντζου Κορνάρου, Χορτάτζη, Ελευθερίου Βενιζέλου, Νίκου Καζαντζάκη και πολλών άλλων.

 

Κρητών Μακεδονομάχων: Η οδός ονομάστηκε έτσι προς τιμήν των πολυάριθμων Κρητών, που έδρασαν κατά τον Μακεδονικό Αγώνα (1903 – 1908). Σχημάτισαν μεγάλο αριθμό ανταρτικών σωμάτων και πολέμησαν με ηρωισμό εναντίον των Βουλγάρων κομιτατζήδων, αλλά και εναντίον των Τούρκων. Πολλοί από αυτούς έπεσαν στη διάρκεια των επιχειρήσεων. Μερικά ονόματα Κρητών που έδρασαν την εποχή αυτή στη Μακεδονία είναι: Γ. Κατεχάκης, Γ. Δικώνυμος-Μακρής, Γ. Τσόντος (Βάρδας), Ευθύμιος Καούδης, Λ.Βρανάς, Γ. Περάκης, Γ. Σεϊμένης, Θ. Κουκουλάκης, Π. Γύπαρης, Ι. Καραβίτης, Γ. Βολάνης, Ν. Ανδριανάκης κ.α.

 

 

 

Κρούσιος Μαρτίνος (Kraus ή Crusius, 1526 – 1607): Γερμανός λόγιος ελληνιστής. Είναι από τους πρώτους που δίδαξαν τα ελληνικά στη Δύση και για το λόγο αυτό πήρε το προσωνύμιο «ελληνολατινοδιδάσκαλος» ή «διδάσκαλος γραικολατίνος». Έγραψε την «Ελληνικήν Γραμματικήν», την «Τουρκογραικίαν» κ.α. έργα. Η οδός Κρουσίου συνεχίζεται στο Δήμο Αθηναίων, όπου βρίσκεται το μεγαλύτερο τμήμα της. Στο Δήμο Γαλατσίου ανήκει μόνο το αρχικό τμήμα της, ανάμεσα στις οδούς Στρεψιάδου και Ειρηναίου.

 

 

 

Κυβέλη: Αρχαιότατη θεότητα της Φρυγίας και Λυδίας, η οποία στην Ελλάδα ταυτίστηκε με την Ρέαν (Ρέα – Κυβέλη), μητέρα των θεών. Λεγόταν επίσης «Μεγάλη Μήτηρ» και «Μητέρα των Θεών» (στη Ρώμη Magna Mater ή Mater Deum). Η ονομασία της προέρχεται από τη φρυγική λέξη «Γκεβέλ» (= βουνό).

 

 

 

 

Κύθηρα (κ. Τσιρίγο): Νησί στα νότια της Πελοποννήσου (ακρωτήριο Μαλέας), που ιστορικά ανήκει στην Επτάνησο και ακολούθησε τις τύχες της. Κατά την αρχαιότητα λεγόταν Πορφυρούσα ή Πορφυρίς (από την αλιεία και το εμπόριο της πορφύρας). Κατά τη μυθολογία από τη θάλασσα των Κυθήρων αναδύθηκε η θεά Αφροδίτη (Κυθέρεια ή Κυθηρίη) και το ιερό της στο νησί ήταν το πιο παλαιό και το πιο σεβαστό από τα ιερά της Αφροδίτης. Τα Κύθηρα ενσωματώθηκαν με την Ελλάδα το 1864 μαζί με τα άλλα Επτάνησα.

 

 

 

Κύθνος: Νησί των Κυκλάδων ανάμεσα στην Κέα και τη Σέριφο. Ανήκει στην επαρχία Κέας και φημίζεται για τις ιαματικές πηγές του, από όπου και η μεσαιωνική ονομασία της Θερμιά και η τουρκική Χαμάμ – Αντασί (= λουτρονήσι). Στις 28 Φεβρουαρίου και τις πρώτες ημέρες του Μαρτίου 1862 έγιναν εκεί τα λεγόμενα «Κυθνιακά», στάση εναντίον του Όθωνος, με αρχηγό τον υπολοχαγό Νικόλαο Λεωτσάκο, φρούραρχο Σύρου, η οποία κατεστάλη με αγριότητα.

 

 

 

Κύκνοι: Ωραία πτηνά του γένους κύκνους (Cygnus) της οικογένειας των Κυκνιδών, συγγενή προς τις χήνες και τις πάπιες. Είναι τα μεγαλύτερα από τα υδρόβια πτηνά με εύρωστο σώμα, πυκνό πτέρωμα (άσπρο ή μαύρο), μικρό κεφάλι, μακρύ και εξαιρετικά ευλύγιστο λαιμό. Ζουν τον περισσότερο καιρό στο νερό και αυτό διευκολύνεται από το ότι τα δάκτυλα των ποδιών τους ενώνονται με μεμβράνη, πράγμα που τους βοηθεί στην κολύμβηση (νηκτικά πτηνά). Έχουν μεγάλα φτερά και μπορούν να πετάξουν. Υπάρχουν διάφορα είδη κύκνων (βουβόκυκνος, νανόκυκνος, αγριόκυνκνος κ.α.) και μερικά μπορούν να ζήσουν περισσότερο από 50 χρόνια. Γνωστή είναι η έκφραση «κύκνειον άσμα», για το τελευταίο έργο, πράξη, ενέργεια κλπ. ενός ατόμου πριν από το θάνατο του, η οποία οφείλεται στο ότι, όπως πιστεύεται, ο κύκνος τραγουδάει στις τελευταίες του στιγμές ή κατ’ άλλους στο μελωδικό άσμα του μυθικού βασιλιά Κύκνου, που θρηνούσε το θάνατο του Φαέθοντος. Στην αρχαιότητα ο κύκνος εθεωρείτο ιερό πτηνό του Απόλλωνος και τον χρησιμοποιούσαν για χρησμοδοτήσεις. Περίφημο είναι το χορόδραμα «Η Λίμνη των Κύκνων» του Πιότρ Ιλιτς Τσαϊκόφσκυ. Κατά τη μυθολογία ο Κύκνος ήταν φίλος του Φαέθοντος και θρήνησε πολύ το θάνατό του. Οι θεοί τον μεταμόρφωσαν στον ομώνυμο πτηνό, που ζει στα νερά των ποταμών και των λιμνών, και κατόπιν σε αστερισμό. Ο Ζευς πήρε τη μορφή κύκνου για να κατακτήσει την Λήδαν.

 

Κυμοθόη: Μία από τις μυθικές Νηρηίδες, κόρες του Νηρέως και της Δωρίδος. Ήταν η προσωποποίηση της ταχύτητας των κυμάτων (το όνομά της προέρχεται από τις λέξεις κύμα + θέω = τρέχω).

 

 

 

 

 

Κυπαρισσία: Παράλια πόλη της δυτικής Πελοποννήσου, πρωτεύουσα της επαρχίας Τριφυλίας του νομού Μεσσηνίας, στον Κόλπο της Κυπαρισσίας. Είναι κτισμένη στη θέση της αρχαίας πόλεως Κυπαρισσιαί. Κατά το Μεσαίωνα ήταν πρωτεύουσα φράγκικης βαρωνείας με το όνομα Αρκαδιά. Την εποχή αυτή κτίστηκε, στη θέση της αρχαίας ακροπόλεως, το σωζόμενο ισχυρό φρούριο (Κάστρο της Κυπαρισσίας). Επί Όθωνος η πόλη ξαναπήρε το αρχικό της όνομα.

 

 

 

Λαδάς Χρήστος (1891-1948): Δικηγόρος και πολιτικός, υπουργός Δικαιοσύνης από το 1947. Δολοφονήθηκε στην Αθήνα για πολιτικούς λόγους το Μεγάλο Σάββατο 1η Μαΐου 1948 έξω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Καρύτση.

 

 

 

 

Λαμπρινή: Περιοχή και συνοικία της Αθήνας και του Γαλατσίου, που διαμοιράζεται στους δύο δήμους. Την ονομασία αυτή έδωσαν οι παλαιοί ιδιοκτήτες της περιοχής προς τιμής του προγόνου τους Λάμπρου Βεΐκου, σουλιώτη οπλαρχηγού. Στο τμήμα της συνοικίας που υπάγεται στο Δήμο Γαλατσίου υπάρχουν εγκαταστάσεις της Εταιρείας Υδάτων (διυλιστήρια).

 

 

 

 

Λασήθι(ον): Μεγάλο οροπέδιο της Κρήτης στο όρος Δίκτη, που λέγεται και αυτό Λασήθι. Το όνομά του πήρε ο ομώνυμος νομός, που είναι ο ανατολικότερος του νησιού, με πρωτεύουσα τον Άγιο Νικόλαο. Στον νομό Λασηθίου βρίσκονται οι αρχαιολογικοί χώροι των Γουρνιών, του Ζάκρου και του Δρήρου, το νησάκι Σπιναλόγκα με το φρούριό του, η τουριστική Ελούντα κ.α. Στα αξιοθέατα περιλαμβάνονται και οι 8.000 ανεμόμυλοι του οροπεδίου.

 

 

 

 

Λεόντιος: Αθηναίος φιλόσοφος του 5ου αι. μ.Χ. Δίδαξε φιλοσοφία και ρητορική στην Αθήνα και ανάμεσα στους μαθητές του ήταν ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός και ο Ιουλιανός ο Παραβάτης. Κόρη του ήταν η Αθηναΐς – Ευδοκία, σύζυγος του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Θεοδοσίου Β’. Η οδός Λεοντίου αποτελεί όριο των Δήμων Αθηναίων και Γαλατσίου.

 

 

 

 

Λέσβος ή Μυτιλήνη: Νησί στο ΒΑ Αιγαίο Πέλαγος, το τέταρτο σε σειρά μεγέθους, απέναντι από τα μικρασιατικά παράλια. Μαζί με τη Λήμνο αποτελούν το νομό Λέσβου με πρωτεύουσα τη Μυτιλήνη. Στην αρχαιότητα ανήκε στις αιολικές αποικίες του Αιγαίου και ήταν πατρίδα των λυρικών ποιητών Σαπφούς, Αλκαίου, Τερπάνδρου, Αρίονος κ.α. Απελευθερώθηκε από τους Τούρκους το Δεκέμβριο 1912. Ένα πραγματικό μνημείο της φύσεως στη Λέσβο είναι το απολιθωμένο δάσος στο Σιγρί, ηλικίας 26 εκατομμυρίων ετών περίπου.

 

 

 

Λέσσιγκ Γκότχολτ Εφραίμ (Lessing, 1729-1781): Γερμανός δραματουργός, κριτικός, ποιητής και δοκιμιογράφος, από το Καμέντς της Σαξονίας, ο θεμελιωτής της γερμανικής δραματουργίας. Σπούδασε θεολογία, φιλοσοφία και ιατρική και έμαθε πολλές ξένες γλώσσες, σύγχρονες, αλλά και αρχαίες (ελληνική, λατινική, εβραϊκή). Πρώτο έργο του, που παρουσιάστηκε στο θέατρο, ήταν «Ο νεαρός σοφός», που το έγραψε το 1748 σε ηλικία 19 ετών. Παράλληλα με τη δραματουργική του ενασχόληση έγραφε δοκίμια φιλολογικά και φιλοσοφικά σε περιοδικά της εποχής του και ίδρυσε κατά καιρούς και δικά του περιοδικά. Επέζητησε να απαλλάξει τη γερμανική δραματουργία από την επίδραση των γάλλων τραγικών και πρόβαλε ως πρότυπό του τον Σαίξπηρ και την αρχαία ελληνική δραματουργία σε συνδυασμό με τις θεωρίες του Αριστοτέλους, όπως παρουσιάζονται στην «Ποιητική» του και αλλού. Ήταν και μεγάλος θαυμαστής των Ομηρικών Επών. Ευρύτατο και δημιουργικό πνεύμα, δεν ευτύχησε ιδιαίτερα στην ιδιωτική του ζωή, εξ αιτίας των ατυχιών και των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Πέθανε πάμπτωχος στο Μπράουνσβάικ (Βρουνσβίκη)και τάφηκε σε τάφο απόρων. Ανάμεσα στα έργα του είναι: «Δάμων», «Μισογύνης», «Οι Εβραίοι», «Μις Σάρα Σάμψων», «Αλληλογραφία γύρω από την τραγωδία», «Μίνα φον Μπάρωχελμ», «Λαοκόων», «Ιστορικά και φιλολογικά», «Μύθοι», «Πώς οι αρχαίοι φαντάστηκαν το θάνατο», «Αιμιλία Γκαλόττι», «Κριτικές επιστολές», «Νάθαν ο Σοφός» (το αριστούργημά του) κ.α.

 

Λεύκα: Όνομα χωριών και οικισμών σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας (Αιτωλοακαρνανία, Αχαΐα, Κορινθία, Μεσσηνία, Φθιώτιδα και Φωκίδα). Επίσης κωμόπολη της Κύπρου στην περιοχή Λευκωσίας. Από τα ελληνικά χωριά μεγαλύτερο είναι η Λεύκα της επαρχίας Φθιώτιδας του ομώνυμου νομού, στα δυτικά της Λαμίας.

 

 

 

 

Λεωνίδι(ον): Γραφική κωμόπολη της ανατολικής Πελοποννήσου, πρωτεύουσα της επαρχίας Κυνουρίας του νομού Αρκαδίας. Είναι το κέντρο του Τσακώνικου (νεοδωρικού) πολιτισμού και εκεί επιβιώνει και η τσακώνικη διάλεκτος, που θεωρείται εξέλιξη της αρχαίας δωρικής διαλέκτου. Γνωστός είναι ο ναός του Αγίου Λεωνιδίου (1292) και η γυναικεία μονή Ελώνης, κτισμένη στις πλαγιές απόκρημνου βράχου, η οποία τιμάται στο όνομα της Ζωοδόχου Πηγής και εορτάζει στις 15 Αυγούστου.

 

 

 

Λήδα: Μυθική κόρη του Θεστίου, βασιλιά των Αιτωλών, σύζυγος του Τυνδάρεω, βασιλιά της Σπάρτης, μητέρα των Διοσκούρων (Κάστορος και Πολυδεύκους), της Ωραίας Ελένης και της Κλυταιμνήστρας από τον Δία, που παρουσιάστηκε σ’ αυτήν με μορφή κύκνου. Σύμφωνα με άλλο μύθο ο Πολυδεύκης και η Ελένη ήταν τα παιδιά της από τον Δία, ενώ ο Κάστωρ και η Κλυταιμνήστρα από τον Τυνδάρεω, με τον οποίο είχε και άλλες τρεις κόρες.

 

 

 

 

Λητώ: Μυθική κόρη του Τιτάνος Κοίου, μητέρα των δίδυμων Απόλλωνος και Αρτέμιδος (από τον Δία), που γεννήθηκαν στη Δήλο. Η Λητώ λατρευόταν σε ιερά που ελέγοντο Λητώα.

 

 

 

 

 

Λυκοβούνια:  Παλαιότερη ονομασία της λοφοσειράς του Αγχεσμού, των Τουρκοβουνίων. Τα Λυκοβούνια βρίσκονται σε μία ιδιαίτερη στρατηγική θέση καθότι από την κορυφή τους μπορεί κάποιος να έχει πανοραμική θέα σχεδόν όλης της Αθήνας. Για την ονομασία τους υπάρχουν τρεις εκδοχές. Η πρώτη εικάζεται ότι έχει τις ρίζες της στην παρουσία των λύκων που ζούσαν παλιότερα στο δάσος της λοφοσειράς. Η δεύτερη αναφέρει ότι η ονομασία πάρθηκε από το όνομα ενός εκ των τριών γιων του Ερεχθέα, τον Λύκο. Η τελευταία εκδοχή στηρίζεται στο έντονο φως που πέφτει πάνω στους λόφους κατά τη δύση του ηλίου. Στην αρχαιότητα η λοφοσειρά ονομαζόταν «Αγχεσμός» από την σύνθεση των λέξεων «αγχί» που σημαίνει πλησίον και «εσμός» που σημαίνει σμήνος. Στα Λυκοβούνια λατρευόταν ο «Αγχέσμιος Δίας» ή «Όμβριος Δίας», μιας και σύμφωνα με τη μυθολογία από εκεί ξεκινούσαν όλες οι καταιγίδες. Ο Παυσανίας στα «Αττικά» αναφέρει ότι οι κάτοικοι της Αθήνας προσεύχονταν στο ξόανο του θεού, που βρισκόταν στην κορυφή, για να φέρει βροχή στα κτήματά τους και θυσίαζαν ζώα προς τιμήν του.

 

 

Λυκούργος: Περίφημος αρχαίος Σπαρτιάτης νομοθέτης, που έζησε τον 8ο αι. π.Χ., αν και για ορισμένους πρόκειται για μυθικό πρόσωπο, θεότητα και προσωποποίηση της σπαρτιατικής νομοθεσίας. Η αυστηρή νομοθεσία του δέσποσε για πολλούς αιώνες στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Σπάρτης. Όταν ρύθμισε όλα τα θέματα έφυγε από τη Σπάρτη, αφού ζήτησε και του έδωσαν οι Σπαρτιάτες την υπόσχεση ότι δεν θα άλλαζαν τίποτα μέχρι την επάνοδό του. Πέθανε στην Ήλιδα ή την Κρήτη και σύμφωνα με την επιθυμία του η σορός του αποτεφρώθηκε και σκορπίστηκε στη θάλασσα, ώστε να μη μπορέσουν ποτέ οι Σπαρτιάτες να ελευθερωθούν από την υπόσχεσή τους.

 

 

 

Λυσίας (458/455 – 380/377 π.Χ.): Ένας από τους 10 Αττικούς ρήτορες και δικανικός λογογράφος. Γεννήθηκε στις Συρακούσες της Σικελίας και έδρασε στην Αθήνα. Έγραψε περίπου 200 δικανικούς και άλλους λόγους, από τους οποίους σώζονται 34, που διακρίνονται για την ισχυρή τους επιχειρηματολογία και την ψυχογραφική τους δεινότητα.

 

 

 

 

 

Νικόλαος Λύτρας: Ο Νικόλαος Λύτρας (διακεκριμένος ζωγράφος μας) έχει ζωγραφίσει την πόλη μας – αρχές του 1900 – και το λόφο της. Ο Νικόλαος ή Νίκος Λύτρας (Αθήνα, Μάιος 1883 – Δεκέμβριος 1927) ήταν διακεκριμένος Έλληνας ζωγράφος των αρχών του 20ού αιώνα. Σπούδασε ζωγραφική στο Σχολείο των Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας από το 1902 έως το 1906, με δάσκαλους τον πατέρα του Νικηφόρο Λύτρα, και τον Γεώργιο Ιακωβίδη. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ακαδημία του Μονάχου από το 1907 έως το 1912, με δάσκαλο τον Λούντβιχ φον Λοφτς. Εικάζεται ότι στο Μόναχο, ο νεαρός Νικόλαος Λύτρας γνώρισε τον γερμανικό εξπρεσιονισμό και τις δημιουργίες της περίφημης ομάδας «Γαλάζιος Καβαλάρης»[5]. Πιο ανοιχτός στα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής, ο Νικόλαος Λύτρας έγινε τελικά ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον ρομαντικό ρεαλισμό του 19ου αι. και την μοντέρνα τέχνη του 20ού αι., ειδικά τον εξπρεσιονισμό. Στα έργα του, που συνήθως είναι προσωπογραφίες, τοπία και νεκρές φύσεις, άρχισε να χρησιμοποιεί πλατιές ελεύθερες πινελιές, παχύρρευστο χρώμα και χειρονομιακή γραφή ξεφεύγοντας σημαντικά από τον τότε καθιερωμένο ακαδημαϊσμό της «Σχολής του Μονάχου». Η τεχνοτροπία του δεν άργησε να προκαλέσει το τότε συντηρητικό φιλότεχνο κοινό της Αθήνας. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων πολέμησε ως έφεδρος αξιωματικός και παρασημοφορήθηκε για τη δράση του. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, συμμετείχε στις εκθέσεις του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών τα έτη 1915, 1916, 1917, 1920 και 1926, ενώ το 1919 εξέθεσε από κοινού με τον γλύπτη Γρηγόριο Ζευγώλη. Τον Αύγουστο του 1917, μαζί με τον Κωνσταντίνο Παρθένη, τον Περικλή Βυζάντιο, τον Θεόφραστο Τριανταφυλλίδη και τον Λυκούργο Κογεβίνα, δημιούργησε την «Ομάδα Τέχνη», με στόχο την απαλλαγή από τον ζυγό της ακαδημαϊκής (γερμανικής) ζωγραφικής. Με την ίδια καλλιτεχνική ομάδα συνεργάσθηκαν επίσης ο Κωνσταντίνος Μαλέας, ο Οδυσσέας Φωκάς και ο γλύπτης Μιχάλης Τόμπρος. Η «Ομάδα Τέχνη» είχε την υποστήριξη του κόμματος των Φιλελευθέρων, του ίδιου του Ελευθερίου Βενιζέλου και τη θερμή θεωρητική στήριξη του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Οι εκθέσεις της Ομάδας το 1917, το 1918 και το 1928 έφεραν την αύρα της γαλλικής ζωγραφικής στον ελλαδικό χώρο. Το 1923, ο Νίκος Λύτρας ήταν συνυποψήφιος με τον Κωνσταντίνο Παρθένη για την έδρα ζωγραφικής της Σχολής Καλών Τεχνών. Τελικά την έδρα την κέρδισε ο Λύτρας, με αποτέλεσμα να κατηγορηθεί ότι, μιας και ήταν γιος του Νικηφόρου Λύτρα, εκπροσωπούσε την ξεπερασμένη Σχολή του Μονάχου[7]. Εντούτοις σύγχρονοι τεχνοκριτικοί θεωρούν ότι ο Νικόλαος Λύτρας όχι μόνο δεν εξέφραζε τον ακαδημαϊκό ρεαλισμό του 19ου αιώνα, αλλά ήταν πιο μοντέρνος και από τον συνυποψήφιό του Παρθένη. Στα λίγα χρόνια που δίδαξε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, κατάφερε να αλλάξει τη δομή και το ρόλο των εργαστηρίων, που αποτελούσαν πλέον αυτοτελείς εκπαιδευτικές μονάδες με υπεύθυνο έναν καλλιτέχνη-καθηγητή. Κυρίως όμως, πρόλαβε να εισαγάγει στη σχολή τα νέα ρεύματα, καθώς και μια νέα οπτική της τέχνης και της διδασκαλίας της. Γενικότερα, ο Νικόλαος Λύτρας, με την ιδιαίτερη τεχνοτροπία του σε σχέση με το χρώμα, εισήγαγε στην Ελλάδα τον εξπρεσιονισμό. Τα φωτεινά τοπία και οι προσωπογραφίες του με τις αδρές πινελιές, έργα για τα οποία δέχτηκε σκληρή πολεμική από τους υποστηρικτές της ρεαλιστικής σχολής, δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα έργα αντίστοιχων Ευρωπαίων εξπρεσιονιστών. Άλλοι πάλι βρίσκουν πως το έργο του στέκεται πιο κοντά στο μεταϊμπρεσιονιστικό έργο του Πωλ Σεζάν. Δυστυχώς για τον ζωγράφο, πέθανε νέος από φυματίωση και η αναγνώριση του πρωτοποριακού του έργου άργησε να έλθει. Σήμερα όμως θεωρείται ένας από τους κύριους ανανεωτές της ελληνικής ζωγραφικής. Μετά τον θάνατό του, διοργανώθηκαν αναδρομικές εκθέσεις του έργου του στο Ζάππειο το 1929, στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1936 και στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας το 2008.

 

 

Μακρυγιάννης Ιωάννης (1797-1864): Περιώνυμος αγωνιστής του 1821 και πολιτικός, διάσημος για τον ηρωισμό του (Πελοπόννησος, Αττική κ.α.). Το οικογενειακό του όνομα ήταν Τριανταφύλλου, αλλά πήρε το προσωνύμιο Μακρυγιάννης εξαιτίας του ύψους του. Επί Όθωνος ήταν από τους ηγέτες του αγώνα για την παραχώρηση Συντάγματος, που κατέληξε στην εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Έγραψε «Απομνημονεύματα», που εκδόθηκαν αργότερα από τον Γιάννη Βλαχογιάννη, και το έργο «Οράματα και θάματα», και τα δύο σε μία ιδιότυπη γλώσσα που εντυπωσιάζει με τον αυθορμητισμό και τη γνήσια λαϊκή υποδομή της. Με τις οδηγίες του Μακρυγιάννη ο Παναγιώτης Ζωγράφος ζωγράφισε τις περίφημες εικόνες του με τις μάχες του 1821.

 

 

 

Μαραθών: Αρχαιότατος οικισμός (και σημερινή κωμόπολη) της Αττικής στα ΒΑ της Αθήνας, στην πεδιάδα του οποίου έγινε η περίφημη μάχη του 490 π.Χ. ανάμεσα στους Αθηναίους – και λίγους Πλαταιείς – υπό τον Μιλτιάδη και τους Πέρσες με αρχηγό τον Δάτιν, κατά την οποία οι πρώτοι κατήγαγαν αποφασιστική νίκη. Οι 192 νεκροί Αθηναίοι τάφηκαν σε τύμβο που σώζεται μέχρι σήμερα, ενώ οι νεκροί Πλαταιείς τάφηκαν λίγο παρακάτω.

 

 

 

 

Μαυρογένους Μαντώ (1796/97 – 1840): Ηρωίδα της Ελληνικής Επαναστάσεως, κόρη του σπαθαρίου (υπουργού των στρατιωτικών) στης Μολδαβίας Νικολάου Μαυρογένους. Πήρε επιμελημένη μόρφωση στο εξωτερικό. Με την έναρξη του Αγώνα εξόπλισε με έξοδά της δύο πλοία και πήρε μέρος σε πολλές μάχες και επιχειρήσεις. Απηύθυνε επίσης έκκληση στις Γαλλίδες γυναίκες ζητώντας τη συμπαράστασή τους στον αγώνα της Ελλάδας. Συνεργάστηκε με τον Δημήτριο Υψηλάντη, με τον οποίο συνδέθηκε με αισθηματικό δεσμό. Πρ’ όλον ότι μετά την Απελευθέρωση πήρε τμηματικά το βαθμό του υποστράτηγου, πέθανε μετά από λίγα χρόνια πάμπτωχη στην Πάρο.

 

 

 

Αλέξανδρος Γ’ ο Μέγας (356-323 π.Χ.): Βασιλιάς της Μακεδονίας, γιος του Φιλίππου Β’ και της Ολυμπιάδος, ένας από τους μεγαλύτερους στρατηλάτες και εκπολιτιστές όλων των εποχών. Με συνεχείς εκστρατείες έφθασε το κράτος του μέχρι το Δούναβη προς βορράν, και με την εκστρατεία του στην Ασία, ως αρχιστράτηγος των Ελλήνων, κατέλυσε την Περσική Αυτοκρατορία (με τις τρεις αποφασιστικές μάχες Γρανικού, Ισσού και Γαυγαμήλων) και έφθασε μέχρι τις Ινδίες και τις παρυφές του τότε γνωστού κόσμου. Πέθανε νεότατος στη Βαβυλώνα από πυρετό, ενώ ετοίμαζε τα σχέδιά του για μια καινούργια εκστρατεία. Η πορεία του Αλεξάνδρου επέβαλε το ελληνικό πνεύμα, άμεσα ή έμμεσα, σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο, καλλιέργησε τον οικουμενισμό και συνέτεινε στην ανάπτυξη του εμπορίου και της επικοινωνίας.

 

 

Μέσ(σ)η: Χωριό της επαρχίας Κομοτηνής του νομού Ροδόπης στα ΝΔ της Κομοτηνής από την οποία απέχει 28 χλμ. Βρίσκεται κοντά στη θάλασσα, ΝΑ της λίμνης Βιστωνίδας.

 

 

 

 

 

Μεσολόγγι(ον): Πόλη της δυτικής Στερεάς Ελλάδας, πρωτεύουσα του νομού Αιτωλοακαρνανίας, κτισμένη στην όχθη της ομώνυμης χιλιοτραγουδισμένης (στην κυριολεξία) λιμνοθάλασσας. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας είχε αναπτυχθεί σημαντικά και διέθετε ναυπηγεία, ανώτερες σχολές και άλλα ιδρύματα. Η πόλη του Μεσολογγίου είναι περιώνυμη για τις δύο πολιορκίες της από τους Τούρκους στη διάρκεια της Επαναστάσεως του 1821 (πρώτη πολιορκία το 1822 και δεύτερη πολιορκία 1824-26), και για την περίφημη Έξοδο των πολιορκημένων τη νύκτα προς την Κυριακή των Βαΐων 10 Απριλίου 1826. Της απονεμήθηκε το 1937 ο τίτλος της «Ιεράς Πόλεως». Κάθε χρόνο την Κυριακή των Βαΐων γίνονται γιορτές στον Κήπο των Ηρώων, όπου βρίσκονται οι τάφοι Ελλήνων και Φιλελλήνων που πολέμησαν εκεί.

 

 

Μεσσηνία: Περιοχή της ΝΔ Πελοποννήσου, όπου ο ομώνυμος νομός με πρωτεύουσα την Καλαμάτα. Περίφημοι είναι οι τρεις Μεσσηνιακοί Πόλεμοι ανάμεσα στους Μεσσηνίους και τους Σπαρτιάτες, που διήρκεσαν από τον 8ο έως τον 5ο αι. π.Χ. Μεγάλη ήταν και η συμβολή της Μεσσηνίας στην Επανάσταση του 1821. Σώζονται πολλές αρχαιότητες όλων των ιστορικών περιόδων της (Πύλος – Ναυαρίνο, Μεσσήνη και Ιθώμη, Ανάκτορο του Νέστορος, Μεθώνη, Κορώνη κ.α.).

 

 

 

Μιαούλης Ανδρέας (1769-1835): Περιώνυμος ναύαρχος, αγωνιστής του 1821, από την Ύδρα. Το οικογενειακό του επώνυμο ήταν Βώκος. Έμπορος αρχικά, διέσπασε επανειλημμένα το ναυτικό αποκλεισμό, που επιβλήθηκε από τους Άγγλους εναντίον του Ναπολέοντος. Στη διάρκεια της Επαναστάσεως ήταν επίσημα αρχηγός της υδραίικης μοίρας και σιωπηρώς αρχηγός όλων των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων. Είχε πολλές και εντυπωσιακές νίκες εναντίων των Τούρκων (Κορινθιακός Κόλπος, Αργολικός Κόλπος, Ψαρά, Χίος, Γέροντας, Μεσολόγγι κ.α.). Μετά την απελευθέρωση αντιπολιτεύτηκε τον Καποδίστρια και αργότερα έγινε Γενικός Επιθεωρητής του Στόλου (1833) και Σύμβουλος της Επικρατείας (1834).

 

 

 

Μιλτιάδης (554-489 π.Χ.): Περίφημος Αθηναίος στρατηγός, νικητής της Μάχης του Μαραθώνος εναντίον των Περσών (490 π.Χ.), χάρη στο μεγαλοφυές στρατηγικό του σχέδιο. Αργότερα ηττήθηκε από τους Παρίους και καταδικάστηκε από τους συμπατριώτες του σε βαρύ πρόστιμο. Επειδή δεν μπόρεσε να το πληρώσει, οδηγήθηκε στη φυλακή, όπου και πέθανε. Το πρόστιμο πλήρωσε αργότερα ο γιος του Κίμων και με την πάροδο του χρόνου η μνήμη του Μιλτιάδου αποκαταστάθηκε.

 

 

 

Μούδρος: Παράλια κωμόπολη της Λήμνου στον ομώνυμο όρμο, μεγάλη ναυτική βάση κατά τον Α’ Βαλκανικό και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκεί υπογράφηκε η ανακωχή ανάμεσα στις Δυνάμεις της Αντάντ και την ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία (Οκτώβριος 1918).

 

 

 

 

 

Μουρούζης: Επώνυμο μεγάλης Φαναριώτικης οικογένειας, που οι ρίζες της φθάνουν στους βυζαντινούς χρόνους. Πολλά μέλη της διέπρεψαν στη νεότερη εποχή, ιδιώς ως Δραγουμάνοι του Στόλου ή ως Μεγάλοι Διερμηνείς της Οθωμανικής Αυλής, καθώς και ως διπλωμάτες. Ανάμεσα σ’ αυτούς διακρίνονται οι : Αλέξανδρος (1760 – 1816), Κωνσταντίνος (1740 – 1788), Δημήτριος (1768 -1812), Κωνσταντίνος (1787 – 1821), Νικόλαος (1789 – 1821),Αλέξανδρος (1816 – 1873), Κωνσταντίνος (1821 – 1876), Γεώργιος (1863 – 1957) κ.α.

 

 

 

Μπότσαρης Μάρκος (1790 – 1823): Περιώνυμος σουλιώτης αγωνιστής του 1821, αρχιστράτηγος Δυτικής Ελλάδας. Πήρε μέρος και διέπρεψε στους πολέμους εναντίον του Αλή Πασά των Ιωαννίνων και, μετά την κήρυξη της Επαναστάσεως, σε πολλές μάχες του Αγώνα. Σκοτώθηκε τη νύκτα της 8ης Αυγούστου 1823 στη θέση Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου, στη διάρκεια αιφνιδιαστικής εφόδου εναντίον του τουρκικού στρατοπέδου. Η ωραιότερη κόρη του Ρόζα διετέλεσε Κυρία επί των Τιμών της Βασίλισσας Αμαλίας και κατόπιν παντρεύτηκε το στρατηγό Νικολ. Καρατζά. Προσωπογραφία της βρίσκεται στην Πινακοθήκη των Καλλονών, στο Μόναχο.

 

 

 

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα (1771 – 1825): Ηρωίδα της Ελληνικής Επαναστάσεως, το γένος Σταυριανού Πινότση, από την Ύδρα. Ήταν σύζυγος σε πρώτο γάμο του Δημητρίου Γιάννουζα και μετά το θάνατό του, σε δεύτερο γάμο, του σπετσιώτη Δημητρίου Μπούμπουλη. Με το πλοίο της «Αγαμέμνων» και άλλα τρία πλοία πήρε μέρος σε πολλές μάχες του Αγώνα και διακρίθηκε τόσο στη θάλασσα όσο και στην ξηρά. Διέθεσε όλη σχεδόν τη μεγάλη περιουσία της για τις ανάγκες του Αγώνα. Σκοτώθηκε στη διάρκεια μιας ενδοοικογενειακής διενέξεως. Η κόρη της Ελένη Μπούμπουλη παντρεύτηκε τον Πάνο Κολοκοτρώνη, γιο του Γέρου του Μωρηά, και μετά το θάνατό του τον Θεοδωράκη Γρίβα.

 

 

 

Μύκονος: Νησί των Κυκλάδων ανατολικά της Σύρου, με πρωτεύουσα την ομώνυμη κωμόπολη. Πολύ κοντά της βρίσκεται η Δήλος. Είναι ορεινό νησί με θαυμάσιο κλίμα και υπέδαφος πλούσιο σε μεταλλεύματα. Έχει επίσης μεγάλη τουριστική κίνηση, για την οποία είναι διεθνώς γνωστή (περίφημοι σε όλο τον κόσμο είναι οι ανεμόμυλοι της). Το νησί είχε επώνυμο ήρωα του τον Μύκονον και αποικίστηκε αρχικά από Κάρες, Φοίνικες και Λυδούς, ενώ αργότερα ήλθαν οι Ίωνες. Στους ιστορικούς χρόνους δεν αναφέρεται συχνά, αλλά γενικά ακολούθησε τις τύχες των υπολοίπων Κυκλάδων μέχρι τη ρωμαιοκρατία και τους βυζαντινούς χρόνους. Κατά τη Φραγκοκρατία κυριάρχησε αρχικά ο βενετικός οίκος των Γκίζι και κατόπιν το κυβερνούσε βενετός προβλεπτής (proveditore). Το 1537 καταλήφθηκε από τον Χαϊρεντίν Βαρβαρόσα, με τον οποίο αρχίζει η Τουρκοκρατία. Πήρε μέρος στην Επανάσταση του 1821 και ανέδειξε τη μεγάλη ηρωίδα Μαντώ Μαυρογένους. Το 1829 αποτέλεσε μέρος του νέου Ελληνικού Κράτους. Στην πόλη της Μυκόνου υπάρχει μικρό λαογραφικό και ναυτικό μουσείο και βέβαια το αρχαιολογικό μουσείο με πλούσια ευρήματα.

 

 

Μυστράς: Περίλαμπρη μεσαιωνική βυζαντινή πολιτεία στους ανατολικούς πρόποδες του Ταϋγέτου, 6 χλμ. Περίπου δυτικά της Σπάρτης. Ερειπωμένη σήμερα, ήταν κατά το 14ο – 15ο αι. έδρα Δεσποτάτου με ηγεμόνες Καντακουζηνούς αρχικά και Παλαιολόγους κατόπιν, στην εποχή των οποίων ήταν μεγάλο πολιτικό και πνευματικό κέντρο με προσωπικότητες όπως ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων, ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, Κυριάκος ο Αγκωνίτης κ.α. Το 1460 καταλήφθηκε από τους Τούρκους. Η ερείπωσή του άρχισε μετά το 1825. Σώζονται πολλές βυζαντινές εκκλησίες (Παναγία η Οδηγήτρια, Περίβλεπος, Παντάνασσα, Άγιος Δημήτριος, που ήταν η μητρόπολη), το κάστρο του Βελλαρδουΐνου (13ος αι.), ερείπια του ανακτόρου των Καντακουζηνών (14ος αι.) και των Παλαιολόγων (15ος αι.) κ.α., τα οποία σήμερα (2002) αναπαλαιώνονται.

 

 

Νάξος: Το μεγαλύτερο από τα νησιά των Κυκλάδων, που ανήκει στην επαρχία Νάξου του νομού Κυκλάδων και έχει πρωτεύουσα την ομώνυμη κωμόπολη. Περιώνυμο προϊόν της είναι η σμύριδα, ενώ μεγάλη είναι η τουριστική της κίνηση. Έχει αρχαιότατη ιστορία και τον 6ο αι. π.Χ. έφθασε σε μεγάλη ακμή με τον τύραννο Λύγδαμιν. Το 13ο αι. έγινε έδρα του Δουκάτου της Νάξου με πρώτο ηγέμονα τον Μάρκο Σανούδο. Το 1537 καταλήφθηκε από τον Χαϊρεντίν Βαρβαρόσα κατά το 1566 από τους Τούρκους. Απελευθερώθηκε το 1829. Σώζεται, κοντά στο λιμάνι της πρωτεύουσας, η «Πορτάρα», τεράστια μαρμάρινη θύρα από το ναό του Απόλλωνος (530 π.Χ.), και ένα μισοτελειωμένο άγαλμα του Διονύσου (ύψους 10μ.). Περίφημα ήταν και τα νομίσματα της Νάξου. Η οδός Νάξου του Γαλατσίου βρίσκεται στη συνοικία Ναξιώτικα (από τους πρώτους οικιστές της που ήταν Ναξιώτες) και παλαιότερα Περιβόλια, από τα πολλά περιβόλια της περιοχής.

 

Νάρκισσος: Ωραίος νέος από τη Βοιωτία, γιος του ποταμού Κηφισού και της νύμφης Λειριώπης, του οποίο ο αυτοθαυμασμός και ο έρωτας για τον εαυτό του (ναρκισσισμός) έμειναν παροιμιώδεις. Πέθανε από μαρασμό θαυμάζοντας συνεχώς τη μορφή του μέσα στο νερό και μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο φυτό.

 

 

 

 

Ναυαρίνο(ν): Παλαιότερη ονομασία της σημερινής κωμοπόλεως Πύλου. Στον κόλπο του Ναυαρίνου έγινε στις 8/20 Οκτωβρίου 1827 η περίφημη ναυμαχία ανάμεσα στον τουρκοαιγυπτιακό στόλο και τους ενωμένους στόλους της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας υπό τους ναυάρχους Κόδριγκτων, Δεριγνύ και Χέϋδεν, που είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου και το θάνατο των δύο αρχηγών του. Η ναυμαχία αυτή ήταν αποφασιστική για την τελική επιτυχία του Αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας.

 

 

 

Νηλεύς: Μυθικός βασιλιάς της Μεσσηνίας, γιος του Ποσειδώνος και της Τυρούς, αδελφός του Πελίου και πατέρας του Νέστορος. Πρωτεύουσά του ήταν η Πύλος. Σύζυγός του ήταν η Χλωρίς, με την οποία απόκτησε 12 γιους και μια κόρη. Οι απόγονοί του, οι Νηλείδαι, ήλθαν αργότερα σε σύγκρουση με τους απογόνους του Ηρακλέους, τους Ηρακλείδας. Ο Νηλεύς πήρε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, αναδιοργάνωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες, που είχε ιδρύσει ο Ηρακλής, και αργότερα συγκρούστηκε με τον τελευταίο, ο οποίος τον σκότωσε (σύμφωνα με άλλη εκδοχή όμως πέθανε από φυσικό θάνατο στην Κόρινθο). Το ίδιο όνομα είχε και ένας απόγονός του, γιος του μυθικού βασιλιά των Αθηνών Κόδρου, ο οποίος ήταν και αυτός Νηλείδης.

 

 

 

Νικηταράς: Προσωνύμιο του Νικήτα Σταματελόπουλου (1782 – 1849), περιώνυμου φιλικού και αγωνιστή του 1821. Πήρε μέρος σε πολλές μάχες μέχρι το τέλος του Αγώνα, στις οποίες θαυμάστηκε για την ανδρεία του. Διακρίθηκε ιδιαίτερα στη μάχη των Δολιανών (Μάρτιος 1821), όπου έφερε τέτοια καταστροφή στους Τούρκους, ώστε του έδωσαν το προσωνύμιο «Τουρκοφάγος». Κατά την άλωση της Τριπολιτσάς δεν δέχθηκε να πάρει λάφυρα, και ένα αδαμαντοκόλλητο σπαθί που του έδωσαν το χάρισε αργότερα στην Κυβέρνηση. Πέθανε πάμπτωχος παρά το βαθμό του υποστράτηγου και το αξίωμα του γερουσιαστού που είχε.

 

 

 

Νικοτσαράς (περ. 1774 – 1807): Προεπαναστατικός κλεφταρματολός του Ολύμπου, που έδρασε στη Θεσσαλία και τη νότιο Μακεδονία, τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα. Ήταν περιώνυμος για την ανδρεία του του και τα κατορθώματά του υμνήθηκαν από τη λαϊκή μούσα.

 

 

 

 

 

Νίκος Ξυλούρης (Ερνέστου Κουρτίου): Ο Νίκος Ξυλούρης (Ανώγεια Ρεθύμνου, 7 Ιουλίου 1936 – Πειραιάς, 8 Φεβρουαρίου 1980), γνωστός και με το παρατσούκλι Ψαρονίκος ή τον τιμητικό χαρακτηρισμό Αρχάγγελος της Κρήτης, ήταν Έλληνας μουσικός και τραγουδιστής του λαϊκού, του δημοτικού και του εντέχνου. Θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες μουσικούς, ενώ συνέβαλε αποφασιστικά στην διάσωση της Κρητικής παραδοσιακής μουσικής.

 

 

 

Νιόβη: Μυθική κόρη του βασιλιά της Φρυγίας Ταντάλου. Από το σύζυγό της Αμφίονα, βασιλιά των Θηβών, απόκτησε 6 ή 7 ή 10 ζεύγη παιδιών, τους Νιοβίδες. Επειδή υπερηφανεύτηκε ότι είχε περισσότερα παιδιά από τα δύο παιδιά της Λητούς, δηλ. τους θεούς Απόλλωνα και Αρτέμιδα, οι θεοί οργίστηκαν και ο Απόλλων σκότωσε όλους τους γιους της, ενώ η Άρτεμις όλες τις θυγατέρες της. Η Νιόβη κατέφυγε τότε στο όρος Σίπυλον και συνέχισε να θρηνεί έως ότου απολιθώθηκε.

 

 

 

Νοταράς: Επώνυμο μεγάλης βυζαντινής οικογένειας που μέλη της διακρίθηκαν κατά τους 14ο και 15ο αι. και επίσης κατά την Επανάσταση του 1821. Κυριότεροι από τους Νοταράδες ήταν οι: – Λουκάς (+ 1453), μέγας δούκας και ναύαρχος, που αποκεφαλίστηκε με διαταγή του Μωάμεθ Β’ (σ’ αυτόν οφείλεται η περίφημη φράση «κρειττότερόν εστίν ειδέναι εν μέση Πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκου ή καλύπτραν λατινικήν» = καλύτερο είναι να δει κανείς να βασιλεύει στην Κωνσταντινούπολη το τούρκικο σαρίκι, παρά το κάλυμμα κεφαλής λατίνου). – Πανούτσος (1740 – 1849), ο «Νέστωρ», όπως επονομάστηκε για τη σωφροσύνη του, αγωνιστής του 1821 και πολιτικός, – Ιωάννης (1803 – 1827), το «αρχοντόπουλο» όπως τον χαρακτήριζαν, αγωνιστής του 1821, που έπεσε στη μάχη του Αναλάτου Αττικής.

 

 

Νταμάρια: Γύρω στο 1900, τα περισσότερα λατομεία στο κέντρο της Αθήνας κλείνουν με νόμο. Το ενδιαφέρον των επιχειρήσεων στρέφεται τότε στα προάστια. Νταμάρια ανοίγουν στους λόφους του Γαλατσίου, των Πατησίων και της Κυψέλης, ενώ κοντά τους χτίζονται ασβεστοκάμινα μικρά και μεγάλα.

 

 

 

 

Νύμφαι: Κατώτερες θεότητες των φυσικών δυνάμεων, της γονιμότητας και της αναπτύξεως στη φύση. Ήταν κόρες του Διός και από το μέρος που κατοικούσαν έπαιρναν και την ανάλογη ονομασία: Ορεστιάδες ή Ορειάδες, Ναϊάδες ή Κρηναίες, Αγρονόμοι, Αμαδρυάδες ή Δρυάδες (οι μόνες θνητές νύμφες), Νηρηίδες, Αλσηίδες, Υδριάδες, Επιποταμίδες ή Ποταμίδες κ.ο.κ. Πολλές από αυτές παντρεύονταν κοινούς θνητούς, όπως π.χ. η Κίρκη και η Καλυψώ με τον Οδυσσέα. Η λατρεία τους ήταν διαδεδομένη σε ολόκληρη την Ελλάδα σε ιερά, που ονομάζονταν «Νυμφαία», καθώς και σε διάφορα σπήλαια.

 

 

 

Ξάνθη: Πόλη της Δυτικής Θράκης, πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού, κέντρο καπνοπαραγωγής και έδρα της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θράκης. Πολύ ωραία και γραφική είναι η Παλιά Ξάνθη (ανάλογη με την Πλάκα της Αθήνας). Η Ξάνθη περιήλθε στην Ελλάδα το 1920 με τη Συνθήκη των Σεβρών και έχει μέχρι σήμερα αρκετούς μουσουλμάνους κατοίκους.

 

 

 

 

Ξάνθος Εμμανουήλ (1772-1852): Έμπορος από την Πάτμο, πρωτεργάτης της Φιλικής Εταιρείας (την οποία ίδρυσε το 1814 μαζί με τους Νικ. Σκουφά και Αθαν. Τσακάλωφ). Ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα για τη διάδοση των σκοπών της Εταιρείας και το 1823 πήγε στην Πελοπόννησο και πήρε μέρος σε πολλές μάχες του Αγώνα. Πέθανε πάμπτωχος στην Αθήνα, παρά το ότι παλαιότερα του είχαν αναθέσει τη σύσταση της Εθνικής Κάσσας, δηλ. του ταμείου της Εταιρείας.

 

 

 

Ολυμπία: Αρχαία τοποθεσία (κοιλάδα) της Πελοποννήσου στο σημερινό νομό Ηλείας, τόπος τελέσεως (κάθε τέσσερα χρόνια) των περιώνυμων Ολυμπιακών Αγώνων από την επίσημη καθιέρωση τους το 776 π.Χ. έως την κατάργησή τους το 394 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιον Α’. Υπήρχε εκεί ιερό του Ολυμπίου Διός και πολλά άλλα ιερά, στάδιο κλπ. αλλά δεν υπήρχε οικισμός ή πόλη και μόνο ιερείς είχαν μόνιμες κατοικίες. Οι αθλητές και οι θεατές έμεναν στο ύπαιθρο, σε σκηνές ή σε καλύβες. Σήμερα σώζονται πολλά και μεγαλοπρεπή ερείπια: ναός του Διός, όπου υπήρχε το περίφημο χρυσελεφάντινο άγαλμα του θεού, έργο του Φειδίου, ένα από τα Επτά Θαύματα του Αρχαίου Κόσμου, το Ηραίον (ναός της Ήρας), το Λεωνιδαίον, το Φιλιππείον, το Γυμνάσιον, το Στάδιον, οι Θησαυροί διαφόρων πόλεων, η Στοά της Ηχούς κ.α. Στην Ολυμπία γίνεται σήμερα η τελετή της αφής της ολυμπιακής φλόγας (καθιερώθηκε το 1936 για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου), η οποία στη συνέχεια μεταφέρεται τελετουργικά με δάδα, φανό κλπ., στον εκάστοτε τόπο διεξαγωγής των Αγώνων. Η οδός Ολυμπίας στο Γαλάτσι βρίσκεται στις περιοχές Πανοράματος (από την ωραία θέα που είχε κανείς από εκεί) και Μενιδιάτικων, που πήρε το όνομα αυτό από τους μενιδιάτες κτηματίες της περιοχής.

 

Ομορφοκκλησιά ή Όμορφη Εκκλησία: Λαϊκή ονομασία μιας μικρής βυζαντινής εκκλησίας του 10ου αι. με προσθήκες του 13ου και του 15ου αι., της εποχής δηλαδή των Κομνηνών και της Παλαιολόγειας Αναγεννήσεως, που τιμάται στη μνήμη του Αγίου Γεωργίου. Βρίσκεται στα βόρεια των Τουρκοβουνίων, στην περιοχή του παλαιού άλσους Βεΐκου στο Γαλάτσι και φαίνεται ότι ανήκε στις δύο παλαιές βυζαντινές οικογένειες των Πλατυπόδων (αργότερα Ποδαράδων) και των Χαλκωματάδων. Αρχιτεκτονικά χαρακτηρίζεται ως τύπου εγγεγραμμένου σταυροειδούς ρυθμού μετά τρούλλου, και με κανονική πλινθοπερίκλειστη τοιχοδομία. Έχει ωραίες τοιχογραφίες του 16ου, 17ου και 18ου αι. και πήρε το προσωνύμιο της από την ωραιότητα και την κομψότητά της. Παλαιότερα ήταν κεντρική εκκλησία (καθολικό) μονής και φαίνεται ότι έχει κτιστεί στα ερείπια άλλου αρχαιότερου χριστιανικού ναού. Το 1863 κάηκε από πυρκαγιά, που προκάλεσε αρκετές ζημιές, οι οποίες αποκαταστάθηκαν. Χαρακτηριστικό του ναού είναι ο Παντοκράτων του τρούλλου του , ο οποίος έχει ζωγραφιστεί ανάποδα! Άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι στις περισσότερες από τις τοιχογραφίες είναι «βγαλμένα» τα μάτια των Αγίων. Σύμφωνα με μία εκδοχή (Κ. Ορλάνδος) αυτό οφείλεται όχι μόνο σε ενέργειες απίστων, αλλά και σε διάφορες προλήψεις της περιοχής: τα κορίτσια π.χ. έβγαζαν τα μάτια των Αγίων ως μαγική ενέργεια για την προσέλκυση των νέων που αγαπούσαν. Επίσης πολλοί βοσκοί έβγαζαν τα μάτια ενός Αγίου για κάθε πρόβατό τους που πέθαινε. Στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα η Ομορφοκκλησιά υπήρχε στην αρχαιότητα ο αττικός δήμος της Περγασής με τις δύο συνοικίες του, ο οποίος ανήκε στην Ερεχθηίδα φυλή και έφθασε σε ακμή στους 5ο – 4ο αι. Η λεωφόρος Ομορφοκκλησιάς στο Γαλάτσι έχει μετονομαστεί σε λεωφόρο Βεΐκου, χρησιμοποιείται ευρύτατα και η παλαιά ονομασία.

 

Ομφάλη: Ωραιότατη και ακόλαστη μυθική βασίλισσα των Λυδών, κόρη του Ιαρδάνου και σύζυγος του Τμώλου, βασιλιά των Λυδών. Κοντά της έζησε επί τρία χρόνια ο Ηρακλής ως δούλος για να εξαγνιστεί για το φόνο του Ιφίτου. Ο Ηρακλής την ερωτεύτηκε και, έρμαιο του πάθους του, υποχρεώθηκε από αυτήν να υποστεί πολλές ταπεινώσεις (ντυνόταν γυναικεία, έγνεθε κλπ.). Μαζί της απόκτησε τρεις γιούς, τον Λ¨αμωνα, τον Αγέλαον ή Αχέλην και το Ύλλον (υπάρχουν και άλλες παραλλαγές του μύθου). Ο μύθος του Ηρακλέους και της Ομφάλης έδωσε την έμπνευση σε πολλούς αρχαίους και νεότερους καλλιτέχνες. Η Ομφάλη σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία ήταν κόρη του Ιαρδάνου και βασίλισσα της Λυδίας. Παντρεύτηκε τον Τμώλο και μετά το θάνατό του βασίλεψε μόνη στη Λυδία. Ο μυθικός ήρωας Ηρακλής κατέληξε σκλάβος στην αυλή της μετά τον φόνο τού Ιφίτου υιού του Ευρύτου και μάλιστα λέγεται ότι την υπηρετούσε για αρκετό χρονικό διάστημα, ντυμένος γυναίκα και κάνοντας οικιακές δουλειές. Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν τουλάχιστον έναν γιο του Ηρακλή που απέκτησε στην Λυδία με την ίδια την Ομφάλη η με μία σκλάβα. Ο Ηρόδοτος γράφει ότι γιος του Ηρακλή και της Ομφάλης ήταν ο Αλκαίος, βασιλιάς της Λυδίας και γενάρχης των Ηρακλειδών της Λυδίας που βασίλευσαν στην Λυδία.

 

 

Ορίων: Η οδός πήρε το όνομα αυτό γιατί είναι όριο των Δήμων Γαλατσίου και Αθηναίων.

 

 

 

 

 

 

Ορφανίδης Θεόδωρος: Ποιητής, βιολόγος και ακαδημαϊκός (Σμύρνη 1817 – Αθήνα 1886). Έγραψε ποιήματα, επικολυρικά και ήταν ο πρώτος από τους νεότερους Έλληνες που μελέτησε τη χλωρίδα του τόπου μας περιγράφοντας και κατατάσσοντας πολλά είδη της.

 

 

 

 

Ορφεύς: Μυθικός ήρωας και περιώνυμος μουσικός από τη Θράκη, σύζυγος της Ευρυδίκης. Η δύναμη του άσματός του και της λύρας του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε έθελγε ακόμη και τα άγρια ζώα και τις πέτρες. Όταν πέθανε η Ευρυδίκη, επιχείρησε, χωρίς επιτυχία, να την επαναφέρει από τον Άδη. Ο Ορφεύς θεωρείται ότι είναι ο συγγραφέας ή εμπνευστής των «Ορφικών» και ιδρυτής της μυστηριακής λατρείας του Ορφισμού.

 

 

 

 

Πανδώρα: Κατά τη μυθολογία η πρώτη γυναίκα στη γη, η οποία πλάστηκε με διαταγή του Διός για να τιμωρήσει το ανθρώπινο γένος, που έκλεψε, με ενέργεια του Προμηθέως, τη φωτιά. Η Πανδώρα πλάστηκε από τον Ήφαιστον με πηλό και προικίστηκε από τους θεούς με όλα τα θέλγητρα και τις χάρες, αλλά και τα ελαττώματα (παν + δώρα). Ο Ερμής την έδωσε ως σύζυγο στον Επιμηθέα, αδελφό του Προμηθέως, και ως προίκα της έδωσε σφραγισμένη πυξίδα (κουτί) με εντολή να μην ανοίξει. Η γυναικεία περιέργεια όμως υπερίσχυσε και η Πανδώρα άνοιξε την πυξίδα με αποτέλεσμα να ξεπηδήσουν από εκεί όλα τα καλά κοι οι δυστυχίες, που από τότε ταλαιπωρούν τους ανθρώπους. Πρόλαβε μόνο να καλύψει την πυξίδα πριν φύγει η Ελπίδα, η οποία έτσι παρέμεινε στη γη για να ανακουφίζει το ανθρώπινο γένος. Παιδιά του Επιμηθέως και της Πανδώρας ήταν ο Δευκαλίων και η Πύρρα (κατ’ άλλους ο Δευκαλίων ήταν ο γιός του Προμηθέως και η Πύρρα του Επιμηθέως). Ο μύθος της Πανδώρας έδωσε την έμπνευση σε πολλούς αρχαίους και νεότερους καλλιτέχνες. Το ίδιο όνομα είχε και μία από τις έξι κόρες του Ερεχθέως.

 

 

Παν: Ποιμενική θεότητα των αρχαίων Ελλήνων με δασύμαλλο σώμα και σκέλη ταύρου. Λατρευόταν ιδιαίτερα στην Αρκαδία, όπου και κατοικούσε, αλλά και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας (Σπήλαιο του Πανός στην Ακρόπολη της Αθήνας, που του αφιέρωσαν οι Αθηναίοι μετά τη Μάχη του Μαραθώνος). Όταν οργιζόταν έσπειρε στους ανθρώπους τον «πανικόν».

 

 

 

 

Πανσέληνος: Η πανσέληνος, το γεμάτο φεγγάρι.

 

 

 

 

 

 

Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου (λογοτέχνης, ποιητής, διηγηματογράφος, δημοσιογράφος, κριτικός τέχνης και ακαδημαϊκός) περιγράφει σε κείμενό του το Γαλάτσι του 1911 με την τέντα, το καφενείο και  την πηγή, όλα δίπλα στην παλαιά εκκλησία της Αγίας Γλυκερίας. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου (Καρπενήσι, 2 Φεβρουαρίου 1877 – Αθήνα, 1 Φεβρουαρίου 1940) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, ποιητής, πολιτικός, διηγηματογράφος, δημοσιογράφος, κριτικός τέχνης και ακαδημαϊκός, υποστηρικτής της δημοτικής γλώσσας στο γλωσσικό ζήτημα. Από το 1908 μέχρι το 1910 βρισκόταν στο Παρίσι, απ’ όπου αρθρογραφούσε για την εφημερίδα Εμπρός. Μεταξύ 1912 και 1916 είχε αναλάβει νομάρχης Ζακύνθου, Κυκλάδων, Μεσσηνίας και Λακωνίας. Το 1918 ανέλαβε τη θέση του Διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης και στη συνέχεια (και μέχρι τον θάνατό του) πρόεδρος του μονίμου καλλιτεχνικού συμβουλίου της. Την ίδια αυτή χρονιά εξέδωσε το διήγημα και πεζογραφημά του «Τα Ψηλά Βουνά». Η πρώτη εμφάνιση του Παπαντωνίου στα γράμματα έγινε με σατιρικούς στίχους, τους οποίους είχε γράψει όταν ήταν ακόμη μαθητής και είχαν δημοσιευτεί στο βραχύβιο σατιρικό περιοδικό Αί Μηχανορραφίαι, με τον Νικόλαο Κουντουριώτη και Ιωάννη Δεληκατερίνη. Το 1938 εκλέχθηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (έδρα Λογοτεχνίας, τάξη Γραμμάτων και Τεχνών). Οι γονείς του ήθελαν να σπουδάσει γιατρός, εκείνος, όμως, προτίμησε τη Ζωγραφική. Στο Παρίσι πήγε αργότερα ως ανταποκριτής της εφημερίδας Εμπρός, στην οποία και δημοσίευσε το πρώτο διήγημα και πεζογράφημα του, «Τα Παρισινά Γράμματα», το οποίο και προκάλεσε μεγάλη και παγκόσμια αίσθηση και εντύπωση και τα οποία και κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του σε έναν τόμο με τον τίτλο «Φιλολογικά Χρονογραφήματα». Επιστρέφοντας από το Παρίσι, συνέχισε να εργάζεται ως ανταποκριτής, αρθογράφος και ως αρχισυντάκτης στην εφημερίδα Εμπρός για άλλα 3 χρόνια. Απεβίωσε από καρδιακή ανακοπή το απόγευμα της 1ης Φεβρουαρίου 1940, εν όσω επέβαινε σε τραμ της γραμμής Πατησίων-Ομονοίας, κατευθυνόμενος σε συνεδρίαση της Ακαδημίας

 

Παπαφλέσσας (Γρηγόριος Δίκαιος ή Φλέσσας, 1788 – 1825): Κληρικός, αγωνιστής του 1821, από τους διασημότερους. Ήταν ένας από τους φλογερότερους αποστόλους της Φιλικής Εταιρείας και πήρε μέρος σε πολλές μάχες του Αγώνα, αλλά και σε εσωτερικές διαμάχες. Διετέλεσε «μινίστρος» (υπουργός) των εσωτερικών και έπεσε ηρωικά στο Μανιάκι της Πελοποννήσου στις 19 Μαΐου 1825 πολεμώντας εναντίον του Ιμπραήμ.

 

 

 

 

Παραδείσια: Παλαιότερο τοπωνύμιο της σημερινής περιοχής Πατησίων. Το ίδιο όνομα έχει και ένα χωριό της επαρχίας Μεγαλοπόλεως του νομού Αρκαδίας, που βρίσκεται στα ΝΔ της Μεγαλοπόλεως, σε υψόμετρο 520, και παλαιότερα λεγόταν Κούρταγα. Στην ευρύτερη περιοχή του βρισκόταν κατά την αρχαιότητα η πόλη Φαιδρία.

 

 

 

 

Παρθενόπη: Μία από τις Σειρήνες. Έπεσε από το βράχο και πνίγηκε, όταν απέτυχε να παρασύρει τον Οδυσσέα με τη γοητεία της φωνής της. Το όνομά της είχε στην απώτερη αρχαιότητα η κατόπιν Νεάπολις της Ιταλίας (γι’ αυτό και πήρε την ονομασία Παρθενοπαία Δημοκρατία το κράτος που δημιουργήθηκε εκεί από 23 Ιανουαρίου έως 20 Ιουλίου 1790). Η οδός Παρθενόπης συνεχίζεται και στο Δήμο Αθηναίων.

 

 

 

 

Πάρνης (κ. Οζιά ή Οζάς): Βουνό της Αττικής (ύψους 1413 μ.) στα βόρεια της Αθήνας. Κατά την αρχαιότητα εθεωρείτο ιερόν όρος του Διός. Στην Πάρνηθα υπήρχε το » Άντρον της Πάρνηθος» ή «Νυμφαίον του Πανός» (Λυχνοσπηλιά), και η «Σπηλιά του Νταβέλη» (του γνωστού λήσταρχου του 19ου αιώνα). Επίσης εκεί βρίσκεται η Μονή Κλειστών και το αρχαίο φρούριο της Φυλής. Έχει τουριστικές εγκαταστάσεις, καζίνο, τελεφερίκ κλπ. και έχει αναγορευθεί Εθνικός Δρυμός.

 

 

 

Πάρνων (κ. Μαλεβός): Οροσειρά της Πελοποννήσου που εκτείνεται κυρίως στο νομό Λακωνίας. Βρίσκεται στο ανατολικό σκέλος του νομού, που καταλήγει στο ακρωτήριο Μαλέας (το άλλο σκέλος καταλαμβάνεται από τον Ταΰγετο). Έχει ύψος 1934 μ. (κορυφή Μεγάλη Τούρλα) και είναι κατάφυτη. Έχει επίσης πολλά νερά. Στο βόρειο άκρο της χωρίζεται από τον Ταΰγετο με την κοιλάδα του Ευρώτα. Το βουνό με διάφορες παραφυάδες (Ζυγός κλπ.) εκτείνεται στην Κυνουρία και στο οροπέδιο της Τσακωνιάς. Στις ΒΔ υπώρειες του Πάρνωνα βρίσκονται οι πηγές του ποταμού Αλφειού.

 

 

 

Πασσώβ: Επώνυμο δύο γερμανών ελληνιστών, του καθηγητή Φραγκίσκου Πασσώβ (1786 – 1883) που έγραψε «Ελληνογερμανικόν Λεξικόν» (σε 4 τόμους), «Επίτομον λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης» κ.α., και του ανιψιού του Άρνολντ Πασσώβ (1829 – 1870), που δημοσίευσε συλλογή ελληνικών δημοτικών τραγουδιών («Ρωμαίικα Τραγούδια»). Η οδός Πασσώβ του Γαλατσίου είναι συνέχεια της ομώνυμης οδού του Δήμου Αθηναίων.

 

 

 

 

Πέλλα: Χωριό του ομώνυμου νομού της Κεντρικής Μακεδονίας και μια από τις ιστορικότερες περιοχές της Ελλάδος. Υπήρξε η πρωτεύουσα του Μακεδονικού κράτους και γνώρισε τη μεγαλύτερή της ακμή στα χρόνια του Φιλίππου Β’ και του Μέγα Αλεξάνδρου.

 

 

 

 

Πελοπόννησος: Μεγάλη χερσόνησος και διαμέρισμα της νότιας Ελλάδας, με χαρακτηριστικό σχήμα φύλλου αμπέλου. Χωρίζεται από την ηπειρωτική χώρα με τον (άλλοτε) ισθμό και σήμερα διώρυγα της Κορίνθου. Η ονομασία της προέρχεται από τον μυθικό ήρωα Πέλοπα. Ιστορικές πόλεις της ήταν οι Μυκήνες, όπου αναπτύχθηκε ο μυκηναϊκός πολιτισμός, η Τίρυνς, το Άργος, η Πύλος, η Σπάρτη κ.α. Η ιστορία της αρχίζει από τους μυθικούς χρόνους και κορυφώνεται με την Κάθοδο των Δωριέων ή των Ηρακλειδών (11ος αι. π.Χ.) και την επακόλουθη ανάπτυξη του Άργους, της Σπάρτης και της Αχαΐας. Ισχυρότερο κράτος αναδείχθηκε η Σπάρτη, που κυριάρχησε σε όλη την Πελοπόννησο. Αργότερα δημιουργήθηκε η Αχαϊκή Συμπολιτεία (180 π.Χ.) και κατόπιν ήλθε η σειρά των Ρωμαίων, των Βυζαντινών, των Φράγκων, του Δεσποτάτου του Μυστρά, της Τουρκοκρατίας. Από εκεί ξεκίνησε η Επανάσταση του 1821, που κατέληξε στην απελευθέρωση της Ελλάδας. Σήμερα η Πελοπόννησος διαιρείται σε 7 νομούς με κυριότερες πόλεις την Πάτρα, την Κόρινθο, την Τρίπολη, την Καλαμάτα, τη Σπάρτη, το Άργος, το Ναύπλιο, τον Πύργο κ.α.

 

Πενταγιοί: Χωριό της Δωρίδας (νομός Φωκίδος), πατρίδα της θρυλικής Μαρίας της Πανταγιώτισσας (1821 – 1885), περίφημης για την ομορφιά της και τα ερωτικά της σκάνδαλα: και στις Μαρίας την ποδιά σφάζονται παλληκάρια…

 

 

 

 

Πέτα: Κωμόπολη κοντά στην Άρτα, στην οποία έγινε στις 4 Ιουλίου 1822 η περίφημη «Μάχη του Πέτα», ανάμεσα στους Έλληνες (και φιλέλληνες) υπό τον Αλεξ. Μαυροκορδάτο και τους Τούρκους υπό τον Κιουταχή. Στη μάχη αυτή ηττήθηκαν οι Έλληνες με μεγάλες απώλειες, ανάμεσα στις οποίες και το σύνολο σχεδόν των φιλελλήνων. Έμεινε περίφημη η φράση με την οποία ο φιλέλλην Κάρολος Νόρμαν (αρχηγός των ελληνικών δυνάμεων, που τραυματίστηκε και ο ίδιος) ανάγγειλε στον Μαυροκορδάτο την ήττα «Πρίγκηψ, απωλέσαμεν τα πάντα πλην της τιμής».

 

 

 

Πηγή: Η οδός αυτή του Γαλατσίου (στη συνοικία Καραγιαννέϊκα) ονομάστηκε έτσι από μία πηγή που υπάρχει ακόμα στην περιοχή.

 

 

 

 

 

Πιπίνος Ανδρέας (+ 1836): Υδραίος πυρπολητής, συμπολεμιστής του Κωνσταντίνου Κανάρη. Στη ναυμαχία του Γέροντα (1824) πυρπόλησε την τουρκική ναυαρχίδα. Μετά την Απελευθέρωση διορίστηκε αρχηγός της Ανατολικής Μοίρας του Στόλου. Το όνομά του δόθηκε σε ένα ελληνικό υποβρύχιο που έδρασε στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

 

 

 

 

Πλάτων (428 – 347 π.Χ.): Ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της αρχαιότητας και του κόσμου. Γεννήθηκε στην Αθήνα και υπήρξε μαθητής του Σωκράτους επί 19 χρόνια. Σε ένα από τα ταξίδια του αιχμαλωτίστηκε από πειρατές και πουλήθηκε ως δούλος (407), αλλά απελευθερώθηκε και γύρισε στην Αθήνα το 387. Ίδρυσε Σχολή, την Ακαδήμειαν, και δίδαξε για 42 χρόνια. Το φιλοσοφικό του σύστημα, ο Πλάτωνισμός, επηρέασε τη φιλοσοφική σκέψη επί αιώνες, μέχρι και τις μέρες μας, παρά τις κατά καιρούς αλλοιώσεις και προσθήκες, ενώ στο πολιτικό πεδίο δίδαξε, ανάμεσα σε άλλα, ότι η διοίκηση της πολιτείας πρέπει να ασκείται από ενάρετους πολίτες, με κορυφαίους ανάμεσα σ’ αυτούς τους φιλοσόφους. Έργα του είναι η «Απολογία του Σωκράτους» και 35 διάλογοι (Πλατωνικοί), με κύριο πρωταγωνιστή τον Σωκράτη. Ο Πλάτων είχε μεγάλο κτήμα στο δήμο Ιφιστιαδών, ο οποίος τοποθετείται στη θέση του σημερινού Ηρακλείου Αττικής.

 

 

Πλυτάς Αμβρόσιος (1886 – 1964): Δήμαρχος Αθηναίων από την Αθήνα, τηνιακής καταγωγής. Ασχολήθηκε με ασφαλιστικές εργασίες και διετέλεσε αντιπρόεδρος και γενικός γραμματέας του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών. Δήμαρχος Αθηναίων έγινε το 1936 (μετά τον διορισμό του Κ. Κοτζιά ως υπουργού – διοικητή Πρωτευούσης) και διακρίθηκε για την εργατικότητά του και τη σταθερή προσήλωση στα καθήκοντά του. Παραιτήθηκε το 1941, δεκαπέντε μέρες μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα. Κατά την Κατοχή δεσμεύτηκε η περιουσία του, αλλά συνέχισε να εργάζεται για πατριωτικούς και ανθρωπιστικούς σκοπούς. Γιος του ήταν ο επίσης Δήμαρχος Αθηναίων και πολιτικός Γεώργιος Πλυτάς (1910 – ;). Η οδός Πλυτά λεγόταν παλαιότερα Ομφάλης (όνομα που έχει σήμερα μία οδός στην ίδια περιοχή).

 

 

Πολύβιος (περ. 202 – 120 π.Χ.): Ιστοριογράφος από τη Μεγαλόπολη της Αρκαδίας, αξιωματούχος της Αχαϊκής Συμπολιτείας, δάσκαλος του ρωμαίου στρατηγού Σκιπίωνος του Αφρικανού. Κυριότερο έργο του είναι αι «Ιστορίαι», όπου πραγματεύεται την ιστορία της Ρώμης στο διάστημα 264 – 146 π.Χ.

 

 

 

 

Πόρος: Μικρό νησί στο Σαρωνικό Κόλπο, η αρχαία Καλαυρ(ε)ία, απέναντι από την Τροιζηνία, και η ομώνυμη κοινότητα και πρωτεύουσά του. Στην αρχαιότητα ήταν το κέντρο ομώνυμης αμφικτιονίας. Περίφημος ήταν ο ναός του Ποσειδώνος (στον οποίο κατέφυγε το 322 π.Χ. ζητώντας άσυλο ο Δημοσθένης). Στο διάστημα 1846 – 1878 ήταν εγκατεστημένος στον Πόρο ο ναύσταθμος. Το 1849 ιδρύθηκε το Ναυτικό Προγυμναστήριο, που υπάρχει μέχρι σήμερα.

 

 

 

Πρεμετή: Πόλη της Βορείου Ηπείρου (Αλβανία), πεδίο σφοδρών μαχών κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο 1940 – 41. Καταλήφθηκε από τους Έλληνες δύο φορές, την πρώτη κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, στο διάστημα Φεβρουαρίου 1913 – Μαρτίου 1914, και τη δεύτερη στις 3 Δεκεμβρίου 1940. Είναι πατρίδα πολλών επιφανών Ελλήνων (Γκίκα, Δούκα, Αρσάκη κ.α.).

 

 

 

 

Πρόοδος: Η εξέλιξη προς κάτι καλύτερο, η συνεχής ανάπτυξη για επίτευξη καλύτερου αποτελέσματος ή η συνεχής βελτίωση.

 

 

 

 

 

 Προφήτης Ηλίας (Ηλιού, εβρ. Ελιγιά, Ελιγιαχού, 9ος αι. π.Χ.): Μεγάλος – ο πιο αγαπητός – προφήτης του Ισραήλ, ο οποίος έδρασε κατά τη βασιλεία του Αχαάμπ και Οχοζία. Καταγόταν από τη Θίσβη της φυλής Νεφθαλείμ, από όπου το προσωνύμιό του Θεσβίτης. Αγωνίστηκε για τη λατρεία του ενός μόνου Θεού και εμπόδισε την πρόοδο της θρησκείας του Βάαλ. Έκανε πολλά θαύματα στη διάρκεια της ζωής του. Τελικά, επειδή τον καταδίωκε η βασίλισσα Ιεζάβελ, βρήκε καταφύγιο στο όρος Χωρήβ, όπου οραματίστηκε τον Θεόν. Έπειτα από λίγο ένα πύρινο άρμα τον πήρε στον ουρανό, αφού προηγουμένως έριξε τη μηλωτή του (προβιά προβάτου) στον διάδοχο του Ελισσαίον. Η εξέχουσε θέση του στην Ιουδαϊκή και τη Χριστιανική Θρησκεία καταδεικνύεται από το ότι εμφανίστηκε μαζί με τον Μωυσή κατά τη Μεταμόρφωση του Ιησού στο όρος Θαβώρ. Στον Ηλία αποδίδεται η «Επιστολή προς Ιωαράμ», γραμμένη στην εβραϊκή γλώσσα. Η μνήμη του εορτάζεται στις 20 Ιουλίου. Σύμφωνα με τη νεοελληνική παράδοση, ο Ηλίας ήταν ναυτικός, αλλά ναυάγησε και τελικά κατέφυγε στην κορυφή ενός βουνού για να μην έχει πια καμία σχέση με τη θάλασσα. Γι’ αυτό και οι εκκλησίες του κτίζονται σχεδόν πάντοτε στις κορυφές λόφων. Ναοί του Προφήτη Ηλία βρίσκονται στις περισσότερες από τις περιοχές όπου υπάρχει ομώνυμη οδός. Ειδικά για την Κηφισιά ο ναός του Προφήτη Ηλία κτίστηκε σε έκταση που δώρισε η Ευφροσύνη, σύζυγος Νικολάου Δραγούμη, το γένος Γεωργαντά. Η έκταση παραχωρήθηκε αργότερα στην Αρχιεπισκοπή και στο μικρό λόφο, όπου βρίσκεται ο ναός, κτίστηκε η κατοικία του εκάστοτε μητροπολίτη Αττικής.

 

 

Πρωτοπαπαδάκης Πέτρος (1854 – 1922): Πολιτικός και μηχανικός από την Απείρανθο της Νάξου, καθηγητής στο Σχολείο των Βιομηχάνων Τεχνών (όπως λεγόταν τότε το σημερινό Πολυτεχνείο), και της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Ασχολήθηκε με τη διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου και την επέκταση του σιδηροδρομικού δικτύου. Κατόπιν ασχολήθηκε με την πολιτική και ήταν συνεργάτης του Δημητρίου Γούναρη, πολλές φορές υπουργός, και πρωθυπουργός από το Μάιο έως τον Αύγουστο 1922. Ως υπουργός Οικονομικών εισηγήθηκε τη σύναψη αναγκαστικού δανείου με τη διχοτόμηση του χαρτονομίσματος. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή δικάστηκε από έκτακτο δικαστήριο με άλλους συναδέλφους του (Δίκη των Εξ) και τουφεκίστηκε στις 15 Νοεμβρίου 1922 στο Γουδί. Η οδός Πρωτοπαπαδάκη του Γαλατσίου λεγόταν παλαιότερα Χατζησπύρου, από παλαιό κάτοικο της περιοχής.

 

 

Πυθαγόρας (περίπου 580/ 572 – 490 π.Χ.): Περιώνυμος φιλόσοφος από τη Σάμο, ιδρυτής σχολής και ίδιου φιλοσοφικού συστήματος. Ασχολήθηκε επίσης με τα μαθηματικά (Πυθαγόρειον Θεώρημα) και τη θεωρία των ήχων. Τίποτα θετικό δεν είναι γνωστό για τη ζωή του. Έδρασε κυρίως στον Κρότωνα της Κάτω Ιταλίας. Στη σχολή του επικρατούσε αυστηρή πειθαρχία, όπως μαρτυρεί η ρήση «αυτός έφα» (= αυτός είπε), που σημαίνει ότι κανείς δεν τολμούσε να εκφράσει την τυχόν αντίθετη γνώμη του. Δεν επιτρεπόταν στους μαθητές του ούτε να γράφουν ούτε να διδάσκουν τους «βέβηλους», δηλ. τους μη με μυημένους. Οι οπαδοί και οι μαθητές του χαρακτηρίστηκαν ως Πυθαγόρειοι.

 

 

 

Πυθία: Ιέρεια στο ναό του Απόλλωνος (Μαντείο) στους Δελφούς, που έδινε τους χρησμούς. Για να χρησμοδοτήσει καθόταν σε τρίποδα, μασούσε φύλλα δάφνης και ανέπνεε αναθυμιάσεις που έβγαιναν από ένα χάσμα της γης, πάνω στο οποίο ήταν τοποθετημένος ο τρίποδας. Οι ιερείς «μετέφραζαν» τα ακατάληπτα λόγια της και έδιναν τους χρησμούς (οι οποίοι συνήθως είχαν μεταφορική ή διφορούμενη σημασία). Η οδός Πυθίας του Γαλατσίου λεγόταν παλαιότερα Περσεφόνης (από την κόρη της Δήμητρας και σύζυγο του Πλούτωνος).

 

 

 

Ρέα: Πανάρχαια θεότητα, θεά της γης, κόρη του Ουρανού και της Γαίας, αδελφή και σύζυγος του Κρόνου, μία από τις Τιτανίδες, μητέρα του Διός και άλλων θεών. Για να σώσει το βρέφος Δία από τον Κρόνο, που κατάπινε τα παιδιά του επειδή, σύμφωνα με ένα χρησμό, θα έχανε το θρόνο του από ένα από αυτά, έδωσε σ’ αυτόν ένα σπαργανωμένο λίθο. Στη Μικρά Ασία, όπου ήταν η κοιτίδα της λατρείας της, είχε τα ονόματα «Μεγάλη Μήτηρ» ή «Μήτηρ των Θεών» και ταυτιζόταν με την Κυβέλη, οι κορυφές μάλιστα των κυριότερων βουνών της ήταν αφιερωμένες στη Ρέα Κυβέλη. Η οδός Ρέα του Γαλατσίου λεγόταν παλαιότερα Φυσιολατρών, πιθανώς από ομάδα ή σύλλογο φυσιολατρών που υπήρχε στη περιοχή.

 

 

 

Ρέθυμνο: Ο μικρότερος από τους τέσσερις νομούς της Κρήτης, ανάμεσα στους νομούς Χανίων και Ηρακλείου. Είναι ορεινή περιοχή, στην οποία δεσπόζουν τα Λευκά Όρη. Έχει τέσσερις επαρχίες (Αγίου Βασιλείου, Μυλοποτάμου, Αμαρίου και Ρεθύμνης) και πρωτεύουσα είναι το Ρέθυμνο ή Ρεθύμνη. Παράγει λάδι, δημητριακά, όσπρια, κρασί και άλλα αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα. Στην επαρχεία Ρεθύμνης βρίσκεται και η περίφημη Μονή Αρκαδίου. Κατά την αρχαιότητα υπήρχαν στην περιοχή πολλές πόλεις (Άγριον, Απολλωνία, Ρηθυμνία, Ελεύθερνα κ.α.)

 

 

 

Ρόδος: Το μεγαλύτερο από τα νησιά της Δωδεκανήσου με μεγάλη και λαμπρή ιστορία από τη νεολιθική εποχή μέχρι τις μέρες μας. Από εκεί πέρασαν Αχαιοί, Δωριείς (επί των οποίων έγινε μεγάλη ναυτική δύναμη), Πέρσες, ο Μ. Αλέξανδρος, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Σαρακηνοί, Φράγκοι (Ιππότες της Ρόδου), Τούρκοι (από το 1522), Ιταλοί (από το 1912) και τέλος περιήλθε στην Ελλάδα το 1947. Σημαντικές πόλεις της κατά την αρχαιότητα ήταν η Λίνδος, η Κάμειρος και Ιαλισσός (που μαζί με τις Κώ, Κνίδον και Αλικαρνασσόν αποτέλεσαν, γύρω στο 700 π.Χ., την «Δωρικήν Εξάπολιν») και αργότερα η Ρόδος με τον περίφημο «Κολοσσό» της, χάλκινο άγαλμα, που εθεωρείτο ένα από τα Επτά Θαύματα του Αρχαίου Κόσμου. Σήμερα η Ρόδος είναι ένα από τα σπουδαιότερα τουριστικά κέντρα της Ευρώπης.

 

 

Ρόδα (τριαντάφυλλα): Τα άνθη της ροδής (Rosa), δηλ. της τριανταφυλλιάς. Υπάρχουν πολλές ποικιλίες ροδής που καλλιεργούνται ως καλλωπιστικά φυτά (οικογένεια ροδοειδών, Rasacaea). Τα άνθη της έχουν ωραία χρώματα (πιο διαδεδομένα είναι τα κόκκινα τριαντάφυλλα) και λεπτό χαρακτηριστικό άρωμα. Από αυτά εξάγεται το ροδέλαιο. Άλλο χαρακτηριστικό της τριανταφυλλιάς είναι τα αγκάθια που έχουν οι βλαστοί της. Στην αρχαιότητα το ρόδο ήταν το άνθος του Έρωτα. Κατά την παράδοση αρχικά ήταν άσπρο, αλλά η Αφροδίτη, ενώ έσπευδε με γυμνά πόδια για να σώσει τον Άδωνι από τα χέρια του Άρεως, τρύπησε το πόδι της με τα αγκάθια της τριανταφυλλιάς και από το αίμα της θεάς το λουλούδι πήρε το κόκκινο χρώμα του. Η τριανταφυλλιά και τα τριαντάφυλλα υμνήθηκαν από την παγκόσμια ποίηση, τόσο από τη λόγια όσο και από τη δημοτική.

 

 

Σαπφώ (στην αιολική διάλεκτο Ψάπφω ή Ψάπφα): Κορυφαία λυρική ποιήτρια από τη Λέσβο που έζησε τον 7ο – 6ο αι. π.Χ. Η ζωή της περιβάλλεται από θρύλους, θεωρείται όμως από τους μεγαλύτερους ποιητές της αρχαιότητας και γι’ αυτό αποκλήθηκε και «Δεκάτη Μούσα». Σύμφωνα με την παράδοση η Σαπφώ αυτοκτόνησε πέφτοντας από το ακρωτήριο Λευκάτας της Λευκάδας στη θάλασσα. Έγραψε ωδές, επιθαλάμια, ερωτικά ποιήματα, ελεγείες κλπ., από τα οποία σώζονται μερικά πλήρη ποιήματα και πολλά αποσπάσματα. Την αυτοκτονία της Σαπφούς «εξιστόρησε» δραματικά ο ρομαντικός ποιητής και δραματουργός Σπυρίδων Βασιλειάδης (1845 – 1874) στο ποίημά του «Η αυτοχειρία της Σαπφούς».

 

 

 

Σαρωνικός Κόλπος: Κόλπος του Αιγαίου Πελάγους ανάμεσα στην Αττική και την Πελοπόννησο, κοιτίδα μεγάλου πολιτισμού (του Αθηναϊκού) και θέατρο κοσμοϊστορικών γεγονότων (Ναυμαχία της Σαλαμίνος). Πήρε το όνομά του από τον Σάρωνα, μυθικό βασιλιά της Τροιζήνος, που πνίγηκε εκεί κυνηγώντας ένα ελάφι. Ο μύθος του αντιστοιχεί περίπου στον Ισθμό της Κορίνθου. Στον Σαρωνικό βρίσκονται τα νησιά Σαλαμίνα, Αίγινα, Πόρος και άλλα μικρότερα, η χερσόνησος των Μεθάνων κ.α. και στις ακτές του είναι συγκεντρωμένο το 1/3 του πληθυσμού της Ελλάδας και το μεγαλύτερο μέρος του βιομηχανικού δυναμικού της. Εκεί βρίσκεται επίσης η πόλη και το λιμάνι του Πειραιά, από τα μεγαλύτερα της Μεσογείου, κατ’ επέκταση και η Αθήνα (με τα προάστειά της Παλαιό και Νέο Φάληρο, Άλιμος, Γλυφάδα κλπ.).

 

 

Σέρραι,-ες: Πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού της Ανατολικής Μακεδονίας, εμπορικό, βιομηχανικό και πολιτιστικό κέντρο της περιοχής. Η περιφέρεια της είναι πολύ εύφορη με μεγάλη καπνοπαραγωγή. Το 1912, κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, καταλήφθηκε από τους Βουλγάρους. Απελευθερώθηκε το 1913 κατά τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο. Στη διάρκεια των δύο Παγκόσμιων Πολέμων, Α’ και Β’, καταλήφθηκε και πάλι προσωρινά από τους Βουλγάρους. Σώζονται βυζαντινό φρούριο, βυζαντινές εκκλησίες, τζαμιά κ.α. μνημεία.

 

 

 

Σκουφάς Νικόλαος (1799 – 1818): Ένας από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, από το Κομπότι της Άρτας. Το πατρικό του επίθετο ήταν Κουμπάρος, αλλά από το εμπόριο σκούφων που έκανε στην Οδησσό, πήρε το επώνυμο Σκουφάς. Εκεί, μαζί με τον Αθαν. Τσακάλωφ, τον Εμμ. Ξάνθο και τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο ίδρυσαν το 1814 τη Φιλική Εταιρεία, που είχε σκοπό την προετοιμασία της Επαναστάσεως εναντίον των Τούρκων. Ο Νικόλαος Σκουφάς εργάστηκε εντατικά και συστηματικά για την πραγματοποίηση των σκοπών της, πράγμα που επέφερε τον πρόωρο θάνατό του. Η προπαρασκευή της Επαναστάσεως του 1821 θεωρείται κατά κύριο λόγο δικό του έργο.

 

 

 

Σκρά (ντι Λέγκεν) (αλβ. = λίκνον από βράχους): Βουνό και ομώνυμο χωριό στο νομό Κιλκίς, πεδίο μεγάλης νικηφόρας μάχης ανάμεσα στον ελληνικό και το βουλγαρικό στρατό στις 16 – 17 Μαΐου 1918, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Ήταν η πρώτη νίκη του Ελληνικού Στρατού κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

 

 

 

 

 

Σκύρος: Νησί των Βορείων Σποράδων, στα ανατολικά της Εύβοιας, γνωστό από τους μυθικούς χρόνους. Ανήκει στην επαρχία Καρυστίας του νομού Ευβοίας και πρωτεύουσά του είναι η ομώνυμη κωμόπολη με το φρούριό της και το καστρομονάστηρο του Αγίου Γεωργίου. Περιώνυμη είναι η λαϊκή τέχνη του νησιού (σκυριανά έπιπλα κλπ.).

 

 

 

 

 

Σολωμός Διονύσιος (1798 – 1857): Ο εθνικός μας ποιητής. Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο από οικογένεια ευγενών (είχε τον τίτλο του κόντε), σπούδασε στην Ιταλία και έζησε στη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα. Αρχικά έγραφε στην ιταλική γλώσσα, αλλά αργότερα, ύστερα από προτροπή του Σπυρ. Τρικούπη, έγραψε στην ελληνική δημοτική. Θεωρείται ο αρχηγός της Επτανησιακής ποιητικής σχολής, αλλά και ο θεμελιωτής της νέας ελληνικής ποιήσεως. Τα τρία πρώτα τετράστιχα ενός από τα ποιήματά του, του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν», που έγραψε το 1823, έγιναν, μελοποιημένα από τον Νικόλαο Μάντζαρο, ο Εθνικός Ύμνος της  Ελάδας (από το 1864). Η πρώτη έκδοση του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» έγινε στο Μεσολόγγι στα τέλη του 1825. Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του μοναδική σχεδόν μέριμνα του Διον. Σολωμού ήταν η ποίηση, η γλώσσα και η ελευθερία της πατρίδας («μηγάρις έχω άλλω στο νου μου παρέξ ελευθερία και γλώσσα»). Άλλα κύρια έργα του είναι οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»                                                              και ο «Λάμπρος».

 

 

Σούδα: Παράλια κωμόπολη και λιμάνι της ΒΔ Κρήτης, ομώνυμο νησάκι και ομώνυμος κόλπος, που εκτείνεται ανάμεσα στη χερσόνησο του Ακρωτηρίου και την ακτή του Αποκορώνου (νομός Χανίων). Είναι ένα από τα ασφαλέστερα λιμάνια της Μεσογείου. Η στρατηγική θέση της Σούδας προσήλκυε πάντοτε τις βλέψεις των διαφόρων ανταγωνιστών στη Μεσόγειο. Οι Βενετοί, που την κατέλαβαν το 1403, οχύρωσαν την περιοχή και την κράτησαν μέχρι το 1715, οπότε καταλήφθηκε από τους Τούρκους, που και αυτοί τη χρησιμοποίησαν ως ναυτική βάση και έκτισαν το γνωστό φρούριο (πυροβολείο) του Ιτζεδίν. Στις 2 Ιουνίου 1825 έγινε εκεί ναυτική σύγκρουση ανάμεσα στους Έλληνες και τους Τουρκοαιγυπτίους. Στη διάρκεια του Α’ και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου χρησιμοποιήθηκε ως βάση και ορμητήριο των Συμμάχων, αλλά και των Γερμανών (1941 – 44). Σήμερα λειτουργεί εκεί ναύσταθμος του Πολεμικού Ναυτικού και μεγάλη βάση του Ν.Α.Τ.Ο. Στην περιοχή της βρίσκεται επίσης και                                                                το   πεδίο βολής του Ν.Α.Τ.Ο.

 

 

Σούλι: Χωριό της Ηπείρου και ομοσπονδία χωριών (Σουλιωτοχώρια) στα ΝΔ των Ιωαννίνων. Είναι ιστορική περιοχή, γνωστή από τους αγώνες της εναντίον των Τούρκων και ιδίως εναντίον του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος επιχείρησε τρεις εκστρατείες εναντίον των Σουλιωτών (1792, 1802 και 1803) και κατόρθωσε να καταλάβει το Σούλι το 1803 ύστερα από ηρωική άμυνα των κατοίκων του (χορός του Ζαλόγγου, Καλόγερος Σαμουήλ κλπ.). Η περιοχή του Σουλίου απελευθερώθηκε το 1912 κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο.

 

 

 

Σουρής Γεώργιος (1853 – 1919): Διάσημος, δημοφιλέστατος σατιρικός ποιητής, από την Ερμούπολη της Σύρου, κυθηραϊκής καταγωγής, αν και ο ίδιος θεωρούσε τον ευατό του χιώτη. Ήταν εκδότης της έμμετρης σατιρικής εφημερίδας «Ρωμηός» (1883 – 1918), που την έγραφε μόνος του (υπότιτλος: Εφημερίς που τη βγάζει ο Σουρής). Το 1906 προτάθηκε η υποψηφιότητά του για το βραβείο Νομπέλ. Έγινε περιώνυμος για την καυστική, αλλά άκακη, σάτιρά του, που αποτελεί ταυτόχρονα και ένα ιστορικό χρονικό του καιρού του. Γνωστό είναι το επεισόδιο με τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Δημήτριο Σεμιτέλο, ο οποίος τον είχε απορρίψει στη μετρική!! Ο Γεωργ. Σουρής έγραψε και έμμετρες σατιρικές κωμωδίες και επίσης έκανε και έμμετρη μετάφραση των «Νεφελών» του Αριστοφάνους.

 

 

Σπαρτιάτες: Οι κάτοικοι της Σπάρτης, ιδίως της αρχαίας. Οι αρχαίοι Σπαρτιάτες διακρίθηκαν για την ανδρεία τους και για πολύ μεγάλο διάστημα κυριάρχησαν στα ελληνικά πράγματα. Το όνομά τους σήμερα είναι συνώνυμο της ανδρείας, του λιτού τρόπου ζωής (γνωστή η λαϊκή έκφραση «την βγάζει σπαρτιάτικα» για τη λιτή διαβίωση διαφόρων ατόμων), της σκληραγωγίας και του σεβασμού προς του θεσμούς. Διάσημοι Σπαρτιάτες ήταν ο Χείλων ο Λακεδαιμόνιος, ένας από τους Επτά Σοφούς της αρχαίας Ελλάδας, οι ποιητές Τυρταίος και Αλκμάν, οι στρατηγοί και ναύαρχοι Βρασίδας, Ευρυβιάδης, Παυσανίας και Λύσανδρος, οι βασιλείς Λεωνίδας, Αγησίλαος, Κλεόμβροτος, Άγις, Κλεομένης κ.α.

 

 

 

Σπέτσαι,-ες: Ιστορικό νησί στον Αργολικό Κόλπο, η αρχαία Πιτυούσα, με ανεπτυγμένο τουρισμό. Στην περίοδο των Ναπολεοντείων Πολέμων (αρχές 19ου αι.) έφθασε σε πολύ μεγάλη ακμή, χάρη στην ανεπτυγμένη ναυτιλία της και τις μεταφορές που εκτελούσε. Πήρε ενεργό μέρος με το στόλο της στον Αγώνα του 1821, στον οποίο διακρίθηκε ιδιαίτερα η σπετσιώτισσα καπετάνισσα Μπουμπουλίνα. Περίφημη είναι η νικηφόρα για τους Έλληνες ναυμαχία των Σπετσών που έγινε στις 8 Σεπτεμβρίου 1822. Κάθε χρόνο η επέτειος αυτή γιορτάζεται με μεγάλη επισημότητα και αναπαράσταση της ναυμαχίας (γιορτές της Παναγίας της Αρμάτας).

 

 

 

Σπόν Ιάκωβος (1647 – 1685): Γάλλος περιηγητής, ο οποίος μαζί με τον άγγλο Ουέλλερ (Βέλλερ) επισκέφθηκε το 1676 την Αθήνα, στα πλαίσια μεγάλου ταξιδιού του στην Ανατολή, και έγραψε σχετικά έργα («Ταξίδι στην Ιταλία, Δαλματία, Ελλάδα και Ανατολή», » Η παρούσα κατάστασης της πόλεως των Αθηνών» κ.α.). Η οδός Σπόν είναι συνέχεια της ομώνυμης οδού του Δήμου Αθηναίων.

 

 

 

 

Στεφανόπουλος ή Στεφανόπολι(ς): Επώνυμο παλαιάς επιφανούς οικογένειας της Μάνης, η οποία το 17ο αιώνα μετανάστευσε στην Κορσική (Αιάκειο, Καργκέζε) όπου ζουν ακόμα απόγονοί της. Πολλά μέλη της διακρίθηκαν ως στρατιωτικοί, λόγιοι, επιστήμονες κλπ. Η οδός Στεφανοπούλου συνεχίζεται στο Δήμο Αθηναίων.

 

 

 

 

Στησιλάος: Στρατηγός της Αθήνας (5ος Αιώνας π.Χ.) ο οποίος σκοτώθηκε στη μάχη του Μαραθώνα.

 

 

 

 

 

Στρεψιάδης: Αρχαίος αθλητής, νικητής στα Ίσθμια. Τον εξυμνεί ο Πίνδαρος στον «Ισθμιονικόν Ζ». Το ίδιο όνομα έχει και ένας από τους ήρωες του Αριστοφάνους στην κωμωδία «Νεφέλαι».

 

 

 

 

 

Σύρος (κ. Σύρα): Νησί των Κυκλάδων με πρωτεύουσα την Ερμούπολη, που είναι και πρωτεύουσα του νομού Κυκλάδων. Έφθασε σε μεγάλη ακμή κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αι. και τα πρώτα χρόνια του 2ου αιώνα. Από το 13ο αιώνα έως το 1566 ήταν στην κατοχή των Βενετών και έγινε τμήμα του Δουκάτου της Νάξου. Στη διάρκεια της Φραγκοκρατίας υπερίσχυσε ο καθολικισμός, που είναι μέχρι σήμερα αρκετά διαδεδομένος στο νησί. Στην περιοχή της Χαλανδριανής βρέθηκαν σημαντικά ερείπια πρωτοκυκλαδικού οικισμού (2200 π.Χ.).

 

 

 

Σωκράτης (470 – 339 π.Χ.): Κορυφαίος Αθηναίος φιλόσοφος, από το Δήμο Αλωπεκής. Γιός του μαρμαρογλύφου Σωφρονίσκου, αρχικά ασχολήθηκε με τη μαρμαρογλυφεία, την οποία γρήγορα εγκατέλειψε για να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη φιλοσοφία. Υπήρξε μεγάλη ηθική προσωπικότητα και βαθύς διανοητής («Απάντων δ’ ανθρώπων σοφότατος Σωκράτης»). Είναι ο ιδρυτής της σωκρατικής μεθόδου φιλοσοφικής σκέψεως (σωκρατική διαλεκτική, μαιευτική). Με τον Σωκράτη αρχίζει η ανθρωπολογική περίοδος της φιλοσοφίας, που διαιρείται πλέον σε προσωκρατική και μετασωκρατική. Ήταν πολύ μετριόφρων («εν οίδα ότι ουδέν οίδα» = ένα γνωρίζω, ότι δεν γνωρίζω τίποτα), λιτός στην καθημερινή ζωή και χωρίς πολιτικές ή άλλες φιλοδοξίες. Κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του για ασέβεια προς τους θεούς και ως διαφθορέας των νέων, οδηγήθηκε σε δίκη και καταδικάστηκε να πιεί το κώνειο (ψήφισαν 280 υπέρ της θανατικής καταδίκης του και 220 υπέρ της αθωώσεως του). Δεν άφησε κανένα συγγραφικό έργο και τη φιλοσοφία του τη γνωρίζουμε από τους μαθητές του και ιδίως από τον Πλάτωνα (Πλατωνικοί Διάλογοι, όπου μόνιμος πρωταγωνιστής είναι ο Σωκράτης).

 

Τανάγρα ( Τανάγρα ή σωστότερα Τάναγρα): Μεγάλη αρχαία πόλη της Βοιωτίας, στην αριστερή όχθη του ποταμού Ασωπού, κοντά στο σημερινό Σχηματάρι. Ήταν μία από τις ελεύθερες πόλεις της Βοιωτικής Συμπολιτείας και έκοβε δικά της νομίσματα μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους. Επώνυμή της πιστευόταν κατά την αρχαιότητα η Τανάγρα, κόρη του Ασωπού (κατ’ άλλους του Αιόλου) και σύζυγος του Ποιμάνδρου, ιδρυτής της πόλεως. Το 520 π.Χ. η πόλη έγινε μέλος της Βοιωτικής Συμπολιτείας (Κοινού των Βοιωτών) και μετά το 447 π.Χ. έγινε ένα από σημαντικότερα μέλη της. Το 457 π.Χ. έγινε εκεί μάχη ανάμεσα στους Σπαρτιάτες και τους Αθηναίους, στην οποία νίκησαν οι πρώτοι, το 456 όμως η Τανάγρα καταλήφθηκε από τους Αθηναίους, οι οποίοι κατεδάφισαν τα τείχη της. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους ήταν ελεύθερη πόλη και γνώρισε ακμή. Από ανασκαφές που άρχισαν το 1870 (λαθραία στην αρχή) ήλθαν στο φως ερείπια της πόλεως, τάφοι, νομίσματα κ.α. ευρήματα. Επίσης τα περίφημα κομψά έγχρωμα πήλινα ειδώλια (τερρακότες), αι «Ταναγραίοι κόραι», αγαλματίδια με γυναίκειες μορφές, όρθιες ή καθισμένες, η καθεμία με την εντελώς δική της «προσωπικότητα» (κανένα αγαλματίδιο δεν είναι όμοιο με το άλλο), με κομψά ενδύματα και (οι περισσότερες) με χαρακτηριστικούς κωνικούς «πίλους» με «μπορ». Υπήρχαν ιερό του Διονύσου, ναοί της Αφροδίτης, του Ερμού κ.α., γυμνάσιο κλπ. Η Τανάγρα ήταν πατρίδα της μεγάλης αρχαίας ποιήτριας Κορίννης. Το ίδιο όνομα έχει σημερινή κωμόπολη στην επαρχία Θηβών του νομού Βοιωτίας σε υψόμετρο 230, κοντά στην αρχαία Τανάγρα, η οποία έχει και στρατιωτικό αεροδρόμιο. Παλαιότερα ονομαζόταν Βράτσι.

 

Τανταλίδης Ηλίας (1818 – 1876): Κωνσταντινουπολίτης λόγιος και ποιητής με καταγωγή από το Ηράκλειο της Κρήτης. Το 1845 έχασε την όρασή του, αλλά παρ’όλα αυτά διορίστηκε καθηγητής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και αναγορεύτηκε «Μέγας Ρήτωρ της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας». Τα ποιήματά του διακρίνονται για την κομψότητα του ύφους τους («Παίγνια», «Ιδιωτικά στιχουργήματα», «Άσματα μετά μουσικής» κ.α.). Η οδός Τανταλίδου (- δη) του Γαλατσίου είναι συνέχεια της ομώνυμης οδού του Δήμου Αθηναίων.

 

 

 

 

Τέμπη: Γραφική κοιλάδα ανάμεσα στον Όλυμπο και την Όσσα, την οποία διαρρέει ο ποταμός Πηνειός, από τα νερά του οποίου δημιουργήθηκε. Έχει μήκος περίπου 9 χλμ. Και πλάτος 100 – 500 μέτρα. Στο στενότερο σημείο της κοιλάδας βρισκόταν το «Κάστρο της Ωριάς», μεσαιωνικό φρούριο, που σήμερα λέγεται Λυκόστομο. Σώζονται ερείπια τεσσάρων φρουρίων και παλαιάς στρατιωτικής οδού. Η κοιλάδα των Τεμπών είναι φημισμένη για τις φυσικές καλλονές και τη γραφικότητά της.

 

 

 

Τερψιθέα: Το όνομα Τερψιθέας έχουν δρόμοι που οδηγούν σε τοποθεσίες με ωραία και ευχάριστη θέα. Η λέξη προέρχεται από το τέρπομαι (= ευχαριστούμαι) και τη θέα και σημαίνει ακριβώς ότι από εκεί έχει κανείς ευχάριστη θέα προς τη γύρω περιοχή. Ειδικότερα: Στο Γαλάτσι, η οδός πήρε το όνομα αυτό επειδή οδηγεί προς το ύψωμα του Προφήτη Ηλία με τα ίδια φυσικά προσόντα παλαιότερα.

 

 

 

 

Τέω: Αρχαία παραλιακή πόλη της Μικράς Ασίας στα βόρεια της Λεβέδου, στη χερσόνησο της Ερυθραίας, αποικία των Ιώνων (κατά τη μυθολογία ιδρύθηκε από τον Αθάμαντα, βασιληά του Ορχομενού). Σώζονται ερείπιά της. Περίφημος ήταν ο ναός του Διονύσου (200 π.Χ. περίπου). Ήταν η έδρα των «Τεχνιτών του Διονύσου», δηλ. «θιάσου» ηθοποιών και μουσικών. Στη θέση της Τέω βρίσκεται σήμερα η πόλη Σιγατζίκ, επίνειο του Σιβρισάριου. Η οδός Τέω του Γαλατσίου αποτελεί συνέχεια της ομώνυμης οδού του Δήμου Αθηναίων.

 

 

 

Τζαβέλλας Χρήστος: Η οδός βρίσκεται στην περιοχή Κρητικά, στην οποία όλοι σχεδόν οι δρόμοι έχουν ονόματα που σχετίζονται με την Επανάσταση του 1821. Αναφέρεται επομένως σε αγωνιστή του 1821 από τη σουλιώτικη οικογένεια των Τζαβελλαίων και πιθανώς στον περιώνυμο Κίτσο Τζαβέλλα, σημειώνοντας ότι υποκοριστικό του Χρήστος στην Ήπειρο είναι το Κίτσος), χωρίς να αποκλείεται και η αναφορά σε ένα άλλο, νεότερο μέλος της οικογένειας, στον επίλαρχο Χρήστο Τζαβέλλα (+ 1931), γιο του Νικολάου Τζαβέλλα και εγγονό του Φώτου Τζαβέλλα (υπενθυμίζεται ότι στην περιοχή υπήρχαν κτήματα της επίσης σουλιώτικης οικογένειας του Λάμπρου Βεΐκου, οπότε είναι εμφανής ο συσχετισμός των δύο αυτών ονομάτων).

 

 

 

Τήνος: Νησί των Κυκλάδων ανάμεσα στην Άνδρο και τη Μύκονο, πατρίδα πολλών εικαστικών καλλιτεχνών και πασίγνωστο για τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, της «Μεγαλόχαρης», που βρέθηκε εκεί το 1823 και σήμερα βρίσκεται στο μεγαλοπρεπή μαρμάρινο ναό και μοναστήρι της Ευαγγελίστριας, στην πρωτεύουσα Τήνο. Δύο φορές το χρόνο, στις 25 Μαρτίου και στις 15 Αυγούστου, γίνονται γιορτές, που τις παρακολουθεί πλήθος πιστών. Στις 15 Αυγούστου 1940 τορπιλίστηκε άνανδρα στην Τήνο το εύδρομο «Έλλη», που ναυλοχούσε στο λιμάνι, ακριβώς την ώρα που πανηγύριζε όλο το νησί.

 

 

 

Τράλλεις: Αρχαία πόλη της Μ. Ασίας στη Λυδία, που αποικίστηκε από Έλληνες Αργείους και Θράκες. Όταν περιήλθε στον Μ. Αλέξανδρο και μετά στους Σελευκίδες, μετονομάστηκε σε Σελεύκεια και Αντιόχεια. Γνώρισε μεγάλη ακμή κατά τη ρωμαϊκή εποχή. Το 1310 περιήλθε ως τιμάριο στον Εμίρη Αϊντίν και μετονομάστηκε σε Αϊδίνιον. Σώζονται αξιόλογα ερείπιά της.

 

 

 

 

Τρικούπης Χαρίλαος (1832 – 1896): Μεγάλος έλληνας πολιτικός, γιός του Σπυρίδωνος Τρικούπη. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο την εποχή που ο λαός πανηγύριζε την εκλογή του Όθωνος στο θρόνο της Ελλάδος, και για το λόγο αυτό ονομάστηκε Χαρίλαος. Σπούδασε νομικά και υπηρέτησε αρχικά ως διπλωματικός υπάλληλος. Το 1865 άρχισε να πολιτεύεται και εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής Μεσολογγίου. Το 1874 διακήρυξε την αρχή της «δεδηλωμένης», δηλ. του σχηματισμού κυβερνήσεως από το Κόμμα που έχει την πλειοψηφία στη Βουλή. Για τα δύο περίφημα άρθρα του «Τις πταίει;» και «Παρελθόν και Ενεστώς» φυλακίστηκε, σε λίγες όμως ημέρες ο βασιλεύες Γεώργιος Α’ του ανέθεσε το σχηματισμό κυβερνήσεως (1875). Στη συνέχεια σχημάτισε και άλλες κυβερνήσεις (1878,1880,1882, 1888, 1889, 1892, 1893) και έγινε ο ανακαινιστής της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της χώρας. Μερικά από τα πολλά έργα του είναι η αναδιοργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών, το Πολυτεχνείο, η ύδρευση της Αθήνας, η κοπή του ισθμού της Κορίνθου, δρόμοι, ο σιδηρόδρομος της Πελοποννήσου κ.α. Για να βρει τα χρήματα που απαιτούσαν τα έργα αυτά επέβαλε φόρους, με αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί ως «φορομπήχτης» από τους οπαδούς του πολιτικού του αντιπάλου Θεοδώρου Δηληγιάννη. Το 1893 η Ελλάδα χρεωκόπησε και ο Χαρ. Τρικούπης το ανακοίνωσε στη Βουλή (10 Δεκεμβρίου 1893) με την περίφημη φράση «Κύριοι, δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Στις εκλογές του 1895 απέτυχε για 4 μόνο ψήφους. Αναχώρησε τότε για τη Γαλλία και πέθανε στις Κάννες τον επόμενο χρόνο. Ο Χαρίλαος Τρικούπης είναι μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές μορφές της νεότερης Ελλάδας.

 

Τσακάλωφ Αθανάσιος (1788 – 1851): Ένας από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας που ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα για τη διάδοση των σκοπών της. Πήρε μέρος στην Επανάσταση του 1821 και επί Καποδίστρια διετέλεσε πληρεξούσιος στην Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη και εξαιτίας διαφορών του με τον πρόεδρο της Αντιβασιλείας Αρμανσπέργκ εγκαταστάθηκε στη Μόσχα, όπου και πέθανε. Χαρακτηριστική ήταν η σιωπή του σε όλες τις επιθέσεις εναντίον της Φιλικής εταιρείας.

 

 

 

Τσόντος Γεώργιος (1871 – 1942): Γενναίος αξιωματικός, Μακεδονομάχος και πολιτικός, από τα Σφακιά της Κρήτης. Αποφοίτησε το 1893 από τη Σχολή Ευελπίδων ως ανθυπολοχαγός πυροβολικού και πήρε μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1896 και 1897. Υπήρξε ένα από τα πρώτα στελέχη του Μακεδονικού Κομιτάτου. Πήρε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα από το 1904 με το ψευδώνυμο Καπετάν Βάρδας και έδρασε κυρίως στις περιοχές Καστοριάς, Φλώρινας και Μοναστηρίου, όπου διακρίθηκε ιδιαίτερα. Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους είχε ηγετική θέση στο στραύτευμα. Το 1914 παραιτήθηκε από το στρατό για να πάρει μέρος στον αγώνα για την απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου και στη διάρκεια του απελευθέρωσε την Κορυτσά, τη Μοσχόπολη, το Πόγραδετς κ.α. Από την Κυβέρνηση της Αυτόνομης Ηπείρου διορίστηκε τότε στρατιωτικός και πολιτικός διοικητής της περιοχής Κορυτσάς. Στην περίοδο του Διχασμού κατέφυγε στα βουνά της Φθιώτιδας και της Ευρυτανίας για να αποφύγει τη σύλληψή του, επειδή στο μεταξύ είχε επικηρυχθεί. Μετά την αποκατάσταση της βασιλείας το 1920 επανήλθε στο στρατό και διετέλεσε διοικητής της Σχολής Ευελπίδων και φρούραρχος Αθηνών έως το 1922, οπότε τον φυλάκισε για πέντε μήνες η Επανάσταση. Το 1927 πήρε το βαθμό του υποστράτηγου. Από το 1932 εκλεγόταν βουλευτής Φλωρίνης με το Λαϊκό Κόμμα και το 1935 διετέλεσε Υπουργός – Γενικός Διοικητής Κρήτης.

 

Ύδρα: Ιστορικό νησί του Αργολικού Κόλπου (Αργοσαρωνικού), απέναντι από την Ερμιονίδα (ΝΑ παράλια της Πελοποννήσου). Το 1460 εγκαταστάθηκαν εκεί ελληνορθόδοξοι, απόγονοι των Αλβανών, που είχαν προσκαλέσει για εποικισμό της Πελοποννήσου οι δεσπότες του Μυστρά. Κατά τους 16ο και 17ο αι. κατέφυγαν στο νησί και πολλοί κάτοικοι της ηπειρωτικής Ελλάδας για περισσότερη ασφάλεια. Μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζη (1778) και τους Ναπολεοντείους Πολέμους οι Υδραίοι απόκτησαν τεράστιες περιουσίες και έτσι στις παραμονές της Επαναστάσεως του 1821 η Ύδρα ήταν ο πλουσιότερος ελληνικός τόπος και ο τρίτος σε πληθυσμό στην Ελλάδα. Σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα του 1821 ο ελληνικός στόλος αποτελείτο κυρίως από υδραίικα, σπετσιώτικα και ψαριανά πλοία που νίκησαν επανειλημμένα τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο σε ναυμαχίες και ναυτικές επιχειρήσεις. Ο Ιμπραήμ αποκάλεσε την Ύδρα «Μικρά Αγγλία», ενώ από μερικούς άλλους αποκλήθηκε «Ελληνική Βενετία». Οι Υδραίοι διέθεσαν τεράστια χρηματικά ποσά για τον Αγώνα. Οι υδραίικες οικογένειες των Κουντουριώτη, Μιαούλη, Τομπάζη, Σαχτούρη κ.α. διακρίθηκαν ιδιαίτερα κατά την Επανάσταση και αργότερα.

 

 

Υψηλάντης: Υψηλάντης – Επώνυμο παλαιάς αρχοντικής οικογένειας, το οποίο προέρχεται από την πόλη Υψήλ της Τραπεζούντας (Πόντος). Μέλη της διακρίθηκαν ως διπλωμάτες, πολιτικοί και στρατιωτικοί. Κατά την Επανάσταση του 1821 διακρίθηκαν ιδιαίτερα οι δύο αδελφοί Αλέξανδρος και Δημήτριος. – Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (πρίγκηψ, 1792 – 1828), ήταν υπασπιστής του τσάρου και υποστράτηγος της αυτοκρατορικής φρουράς. Αποδέχθηκε την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας, ίδρυσε τον Ιερό Λόχο και, αφού πέρασε τον ποταμό Προύθο, εισέβαλε το Φεβρουάριο του 1821 στη Μολδαβία με σκοπό να ξεσηκώσει τους χριστιανικούς λαούς της Βαλκανικής εναντίον των Τούρκων. Μετά την ήττα του στο Δραγατσάνι στι 7 Ιουνίου 1821 συνελήθφη και φυλακίστηκε έως το 1827. – Ο Δημήτριος Υψηλάντης (1793 – 1832), λοχαγός του ρωσικού στρατού, ήλθε στην Πελοπόννησο το Μάρτιο του 1821, ως αντιπρόσωπος του αδελφού του, με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Πήρε μέρος σε μάχες (Ναύπλιο, Ακροκόρινθος κ.α.), είχε όμως και προστριβές με τους προκρίτους της Πελοποννήσου. Διακρίθηκε ιδιαίτερα στη Μάχη των Μύλων (κοντά στη λίμνη Λέρνη) το 1825 και προς τιμήν της νίκης αυτής οι κάτοικοι ενός χωριού (τότε) κοντά στο Ντητρίϊτ των Η.Π.Α. έδωσαν το 1833 το όνομά του στον τόπο τους (η σημερινή πόλη Ypsilanti, Michigan με πανεπιστήμιο και μνημείο του Δημήτριου Υψηλάντη). Ο Δημήτριος Υψηλάντης ως στρατάρχης της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας νίκησε το 1829 τους Τούρκους στη Μάχη της Πέτρας (την τελευταία του Αγώνα). Είναι γνωστός ο αισθηματικός δεσμός του με την Μαντώ Μαυρογένους. Όπως είπε ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο Δημ. Υψηλάντης «υπήρξε από της ενάρξεως του Αγώνος μέχρι του τέλους του Άξιος της Πατρίδος».

 

 

Υψόμετρο: Η οδός αυτή στα Καραγιαννέϊκα Γαλατσίου ονομάστηκε έτσι επειδή είναι κοντά σε ένα ύψωμα (δηλ. σημείο που έχει μεγαλύτερο υψόμετρο από τη γύρω περιοχή) και στο οποίο πιθανόν να υπήρχε υψομετρικό σημείο (το όνομα της συνοικίας προέρχεται από τα κτήματα της οικογένειας Καραγιάννη που υπήρχαν εκεί).

 

 

 

 

Φανερωμένη: Τοπωνύμιο ελληνικών περιοχών ή ονομασία εκκλησιών, που συνδέεται με τη «φανέρωση» ιερών εικόνων, ιδίως της Παναγίας, κρυμμένων στο έδαφος, σε σπήλαια κ.α. Στους τόπους αυτούς ιδρύονται συνήθως εκκλησίες ή μονές αφιερωμένες στην Θεοτόκο. Η χρήση των τοπωνύμιων ή των ονομασιών αυτών ανάγεται κατά κανόνα σε πολύ παλαιές εποχές. Περιώνυμη μονή Φανερωμένης είναι της Σαλαμίνας, η οποία, κατά την παράδοση, ιδρύθηκε ύστερα από όραμα που είδε ο μοναχός Όσιος Λαυρέντιος, κατά κόσμον Λάμπρος Κανέλλος (στη θέση της μονής υποστηρίζεται ότι υπήρχε ναός της Αθηνάς). Άλλες ονομαστές μονές Φανερωμένης είναι της Νάξου, της Κορινθίας, της Λακωνίας κ.α. Υπάρχουν επίσης και χωριά με το όνομα Φανερωμένη, όπως στους νομούς Τρικάλων, Θεσπρωτίας, Ηρακλείου κ.α. Στο Γαλάτσι, η οδός Φανερωμένης βρίσκεται στη συνοικία Καραγιαννέικα, που πήρε το όνομά της από την οικογένεια Καραγιάννη, που ήταν οικοπεδούχοι και κτηματίες                                                                 της περιοχής.

 

 

Φαραί: Αρχαία πολή της Αρκαδίας, που βρισκόταν κοντά στο σημερινό χωρίο Ίσαρι στην αριστερή όχθη του ποταμού Πιέρου ή Πείρου (σημερινού Καμινίτσα). Ήταν παλαιότατη και πολύ σημαντική πόλη, από τις ιδρύτριες της Αχαϊκής Συμπολιτείας του 3ου αιώνα π.Χ. Ιδρυτής της ήταν ο Φάρης, εγγονός του Δαναού, και προστάτης της ο θεός Ερμής, του οποίου το άγαλμα, ως Ερμού Αγοραίου, βρισκόταν στην Αγορά κοντά στο Χρηστήριον του θεού. Κατά τον Συμμαχικόν Πόλεμον του 220 – 217 π.Χ. δέχθηκε επίθεση από του Αιτωλούς και τους Ηλείους, που τη λεηλάτησαν. Κατά τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο περιήλθε στην Πάτρα, ύστερα από διάταγμα του Αυγούστου. Αργότερα παράκμασε και σήμερα σώζονται λίγα ερείπιά της κοντά στο Ίσαρι. Το ίδιο όνομα είχε και αρχαία πολίχνη στη Βοιωτία, κοντά στην Τανάγρα, άγνωστης σήμερα θέσεως. Ήταν μέλος της Τανγραϊκής Τετρακωμίας και άκμασε κατά τους αρχαϊκούς χρόνους. Οι σημερινές Φαρές είναι χωριό του νομού                                                                   Αχαΐας κοντά στην Πάτρα, σε υψόμετρο 80.

 

 

Φαύνος (Faunus): Αρχαίος αγροτικός θεός των Ρωμαίων, γιος του Πίκου, εγγονός του Κρόνου και πατέρας του Λατίνου, γενάρχη των Ρωμαίων. Ήταν προστάτης των ποιμνίων και προφητικός θεός των δασών, αλλά και προστάτης της αστρονομίας. Σύντροφός του ήταν η Φαύνα (Fauna = Πανίδα), που το όνομά της χρησιμοποιείται σήμερα για να υποδηλώνει το σύνολο των ζωικών ειδών μιας περιοχής, αντίστοιχο της χλωρίδας για τα φυτικά είδη. Προς τιμής του ετελούντο οι γιορτές Φαουνάλια (Faunalia) και Λουπερκάλια (Lupercalia). Υπήρχε ναός του στη Ρώμη επάνω σε ένα νησάκι στον Τίβερη. Ταυτίζεται με τον Πάνα της ελληνικής μυθολογίας. Ως δασική θεότητα αντικαταστάθηκε αργότερα από τον Συλβανόν (Sylvanus).

 

 

 

Φειδίας (5ος αι. π.Χ.): Ο μεγαλύτερος ανδριαντοποιός της αρχαιότητας. Γεννήθηκε στην Αθήνα λίγο μετά το 500 π.Χ. και η ακμή του τοποθετείται ανάμεσα στο 470 και το 430 π.Χ. Από τον Περικλή διορίστηκε ανώτατος επόπτης των οικοδομικών έργων στην Ακρόπολη των Αθηνών και ιδιαίτερα του Παρθενώνος. Ο ίδιος ο Φειδίας έκανε τα σχέδια των αγαλμάτων (όπως π.χ. της ζωφόρου) ή και μερικά από τα ίδια τα αγάλματα. Έργα δικά του στην Ακρόπολη ήταν το χάλκινο άγαλμα της Προμάχου Αθηνάς (που στήθηκε ανάμεσα στο Ερέχθειο και τον Παρθενώνα) και το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Παρθένου Αθηνάς που βρίσκονταν μέσα στον Παρθενώνα. Άλλο έργο του ήταν το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Ολυμπίου Διός στην Ολυμπία, που ήταν ένα από τα Επτά Θαύματα του Αρχαίου Κόσμου (για το άγαλμα μάλιστα αυτό ο ποιητής Φίλιππος ο Θεσσαλονικεύς (1ος αι. μ.Χ.) έγραψε: «ή θεός ηλθ’ επί γην εξ ουρανού εικόνα δείμας, ή συ γ’ ίσως τον θεόν οψόμενος»). Αναφέρονται και άλλα έργα του σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Αργότερα κατηγορήθηκε από τους εχθρούς του Περικλέους, που είχαν στόχο τον μεγάλο πολιτικό, για ασέβεια και ιεροσυλία, φυλακίστηκε και πέθανε στη φυλακή. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο χρυσός στο χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς ήταν κατά τέτοιο τρόπο τοποθετημένος, ώστε να μπορεί να αποσπάται και να ελέγχεται, αποκλείοντας έτσι κάθε υπόνοια σφετερισμού του. Για το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός στην Ολυμπία, που είχε ύψος 12 μ. και παρίστανε τον θεό καθιστό, ελέγετο, κατά τον Στράβωνα, ότι «αν ο θεός σηκωνόταν όρθιος, θα έφευγε η στέγη του ναού».

 

Φιγάλεια ή Φιγαλία: Αρχαία πόλη της Αρκαδίας κοντά στα όρια με την αρχαία Ήλιδα και σημερινά όρια Αρκαδίας – Τριφυλίας – Μεσσηνίας. Κοντά της σε ορεινή και δυσπρόσιτη περιοχή, βρίσκεται ο ναός του Επικουρείου Απόλλωνος, που κτίστηκε το 340 π.Χ. και διατηρείται μέχρι σήμερα σε αρκετά καλή κατάσταση. Θεωρείται, μετά το Θησείον των Αθηνών, το πληρέστερα σωζόμενο αρχαίο μνημείο.

 

 

 

 

Φιλάρετος Γεώργιος (1848 – 1929): Νομικός, δημοσιογράφοςκ αι πολιτικός, από τη Χαλκίδα με καταγωγή από το Πήλιο. Ήταν ένθερμος υποστηρικτής του δημοκρατικού πολιτεύματος και αργότερα έγινε ένας από τους πρωτοπόρους του σοσιαλισμού στην Έλλαδα. Εκλέγοταν βουλευτής Βόλου και Λαρίσης και το 1892 διετέλεσε υπουργός Δικαιοσύνης και προσωρινά Εξωτερικών στην κυβέρνηση Κ.Κωνσταντινοπούλου. Το 1908 – 1910 εξέδωσε την εφημερίδα «Ριζοσπάστης» (άσχετη με το κατόπιν όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας) και το 1916 έγινε διευθυντής του πολιτικού γραφείου της Τριανδρίας Βενιζέλου – Κουντουριώτου – Δαγκλή στη Θεσσαλονική. Ήδη στις 4 Σεπτεμβρίου 1916 είχε δημοσιεύσει στις εφημερίδες που υποστήριζαν τον Ελευθ. Βενιζέλο το άρθρο του «Βασιλεύ ! ξιφούλκησον ή παραιτήθητι». Το 1924 τον αποκάλεσαν «πατέρα της Δημοκρατίας» και αργότερα (1929, λίγο πριν το θάνατό του) εκλέχθηκε «αριστίνδην» γερουσιαστής. Ήταν ένας από τους πρώτους οικιστές της Καλλιθέας Αθηνών (από το 1887), όταν αγόρασε την πρώτη ημιτελή κατοικία της περιοχής για θερινή διαμονή του και την ονόμασε «Σικελία». Έγινε μάλιστα για ένα διάστημα και πρόεδρος της «Οικοδομικής Εταιρίας» που άρχισε το 1884 να χτίζει το προάστειο. Στην Καλλιθέα εγκαταστάθηκε μόνιμα το 1911 και συνέβαλε στη λύση πολλών θεμάτων της. Ήταν αρχαιολάτρης και έδωσε στους δρόμους της γύρω περιοχές διάφορα αρχαία και ποιητικά ονόματα, όπως Ελικώνος, Πολυμνίας κ.α. Είχε επίσης στήσει 20 φανούς για να φωτίζεται η περιοχή γύρω από το σπίτι του και πλήρωνε ένα από τους κατοίκους, τον Παναγιώτη Ιωάννου ή Πανούση, για να τους ανάβει.  Πολυγραφότατος, συνέγραψε πολλά ιστορικά κ.α. έργα, όπως νομικές και πολιτικές μελέτες, διάφορες ιστορικές πραγματείες κλπ.

 

Φιλοθέη: Προάστειο (κηπούπολη) της Αθήνας, που ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ως οικισμός υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης βασικά, αλλά και δημοσιογράφων και συγγραφέων, με ενέργειες του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης. Βρίσκεται ανάμεσα στο Ψυχικό, το Χαλάνδρι και το Μαρούσι, στους ανατολικούς πρόποδες των Τουρκοβουνίων, και διακρίνεται για την ωραία ρυμοτομία του. Μέχρι το 1936 ονομαζόταν Νέα Αλεξάνδρεια. Αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητη κοινότητα το 1934, όταν αποσπάστηκε από την (τότε) κοινότητα Χαλανδρίου, και ως Δήμος το 1991. Τη σημερινή του ονομασία την πήρε προς τιμήν της Αγίας Φιλοθέης της Αθηναίας, όταν ανακαλύφθηκε στην περιοχή ο χώρος (κρύπτη), όπου πέρασε τις τελευταίες μέρες της και πέθανε η Αγία. Το όνομα Φιλοθέη έχει και ένα χωριό της επαρχίας Δωρίδος του νομού Φωκίδος σε υψόμετρο 570.

 

 

 

Φοίνικες: Γένος φυτών της οικογένειας των φοινικιδών. Υπάρχουν πολλά είδη που ευδοκιμούν στις στις θερμές περιοχές της Ασίας , Αφρικής, Αμερικής και Αυστραλίας. Έχουν ψηλό κορμό που φθάνει τα 25 – 60 μ., και τα φύλλα του, μήκους 5 – 9 μ., φυτρώνουν στην κορυφή σε μορφή θυσάνου, σαν ανθοδέσμη. Καλλιεργείται εντατικά γιατί χρησιμεύει στην οικοδομική, για θέρμανση, για την κατασκευή ψάθινων αντικειμένων, αδιάβροχων υφασμάτων για σκηνές, για την εξαγωγή του φοινικέλαιου (από τον ελαιοφοίνικα ή τον κοκοφοίνικα), ως διακοσμητικό φυτό, και σε πολλές άλλες χρήσεις. Τα πιο γνωστά είδη είναι ο κοκοφοίνικας, που παράγει τις ινδικές καρύδες, φοίνιξ ο κανάριος (Phoenix canariensis), ο γνωστός φοίνικας που στολίζει δρόμους, πλατείες και αυλές, και ο φοίνιξ ο δακτυλιοφόρος (χουρμαδιά). Οι καρποί του τελευταίου (χουρμάδες) είναι πολύ θρεπτικοί και αποτελούν συνηθισμένη τροφή των κατοίκων των περιοχών όπου καλλιεργείται. Είναι κατ’ εξοχήν το δένδρο που δημιουργεί βιώσιμες συνθήκες στην έρημο (οάσεις), γι’ αυτό και είναι ιερό φυτό των Αράβων. Οι κλάδοι του (βάϊα, βάγια) εθεωρούντο σύμβολο νίκης και με αυτά στεφάνωναν τους νικητές. Βάγια χρησιμοποιούνται σε ορισμένες χριστιανικές θρησκευτικές γιορτές, όπως π.χ. την Κυριακή των Βαΐων, σε ανάμνηση των φοινίκων με τους οποίους υποδέχθηκαν τον Ιησού Χριστό στην Ιερουσαλήμ. Κατά τον Όμηρο, το δένδρο καταγόταν από τη Φοινίκη. Στην Ελλάδα έφερε τους φοίνικες μάλλον ο Ιωάννης Καποδίστριας. Τους φοίνικες ύμνησε ο Κωστής Παλαμάς στο μεγάλο ποίημα του «Η Φοινικιά».

 

Φωκάς Ιωάννης (1525 – 1626;): Κεφαλονίτης θαλασσοπόρος στην υπηρεσία του αντιβασιλέως του Μεξικού, ο οποίος ανακάλυψε τον ομώνυμό του πορθμό («Χουάν ντε Φούκα») στη σημερινή νήσο Βανκούβερ του Καναδά. Επειδή του απονεμήθηκαν μόνο ηθικές τιμές και όχι χρηματική αμοιβή, γύρισε απογοητευμένος στην Κεφαλονιά, όπου και πέθανε. Η οδός Ι. Φωκά είναι συνέχεια της ομώνυμης οδού του Δήμου Αθηναίων.

 

 

 

 

Χαλκιδική: Χερσόνησος της Μακεδονίας στο Αιγάιο Πέλαγος, φημισμένη για τις φυσικές της καλλονές, η οποία καταλήγει σε τρεις μικρότερες (Κασάνδρας, Σιθωνίας και Αγίου Όρους). Το υπέδαφός της έχει πλούσια μεταλλεύματα σιδηροπυρίτη, μαγγανίου και λευκολίθου. Πόλεις της κατά την αρχαιότητα ήταν η Ποτίδαια, η Όλυνθος, η Κασσάνδρεια, η Αντιγόνεια κ.α. Μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο οι πόλεις της Χαλκιδικής ίδρυσαν το «Κοινόν των Χαλκιδέων επί Θράκη» υπό την ηγεσία της Ολύνθου. Κατά τη Φραγκοκρατία και την Τουρκοκρατία η Χαλκιδική ήταν καταφύγιο ληστρικών ομάδων και καταδιωκόμενων χριστιανών. Απελευθερώθηκε το 1912 όταν Έλληνες αντάρτες έδιωξαν την τουρκική φρουρά. Πρωτεύουσα του σημερινού νομού Χαλκιδικής είναι ο Πολύγυρος. Το Άγιον Όρος είναι μοναστική αυτοδιοικούμενη πολιτεία που ιδρύθηκε το 10ο αι. και έφθασε σε μεγάλη ακμή κατά του 13ο – 15ο αι. Περίφημο είναι το σπήλαιο των Πετραλώνων με μεγάλη παλαιοντολογική                                                                σημασία.

 

 

Χανιά: Πόλη της Κρήτης, πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού. Η ονομασία της προέρχεται από το Κυδωνία, όνομα αρχαίας πόλεως που βρισκόταν εκεί, ενώ κατά τον αρχαιολόγο Νικ. Πλάτωνα από παραφθορά του Αλχανία, ονόματος προϊστορικής πόλεως στην ίδια τοποθεσία. Το 1204 περιήλθε στους Βενετούς που την ονόμασαν La Canea. Το 1363 – 64 ανακηρύχθηκε εκεί η «Δημοκρατία του Αγίου Τίτου» και η πόλη οχυρώθηκε με τείχη (που σώζονται μέχρι σήμερα). Το 1896 – 1912 έγινε η πρωτεύουσα της Κρητικής Πολιτείας. Προσαρτήθηκε στην Ελλάδα, μαζί με την υπόλοιπη Κρήτη, το 1912.

 

 

 

Χίος: Μεγάλο νησί του Αιγαίου Πελάγους κοντά στα Μικρασιατικά παράλια. Φημίζεται για τη μαστίχα της που καλλιεργείται στα «Μαστιχοχώρια» ή «Μαστιχοχώρα». Στην αρχαιότητα φημιζόταν για τον πλούτο της, από όπου και οι φράσεις «Χία ζωή», «Χίαι Τράπεζαι» κ.α. Ο πολεμικός της στόλος κατά την εποχή αυτή ήταν ένας από τους μεγαλύτερους και ισχυρότερους της αρχαίας Ελλάδος. Το 1566 περιήλθε στους Τούρκους, που την ονόμασαν Σακίζ – Αντασί (νησί της μαστίχας) και παραχώρησαν ορισμένα προνόμια στους κατοίκους της. Το 1822 υπέστη μεγάλη καταστροφή ως τιμωρία της για τη συμμετοχή της στην Επανάσταση του 1821 (Η Σφαγή της Χίου). Τον ίδιο χρόνο, στις 6/7 Ιουλίου, ο Κων. Κανάρης πυρπόλησε στο λιμάνι της την τουρκική ναυαρχίδα. Απελευθερώθηκε το Δεκέμβριο του 1912 κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο.

 

 

Χόπφ Κάρολος (Hopf, Όπφιος 1832 – 1873): Γερμανός μεσαιωνοδίφης, που ασχολήθηκε κυρίως με τη μεσαιωνική και τη φραγκοκρατούμενη Ελλάδα. Διετέλεσε υφηγητής σε διάφορα Πανεπιστήμια του εξωτερικού (Καινιξβέργης κ.α.). Επισκέφτηκε την Επτάνησο και την Ελλάδα και έκανε μελέτες, με την υποστήριξη μάλιστα της ελληνικής κυβερνήσεως. Πορίσματα των ερευνών του έχουν δημοσιευθεί στα Πρακτικά της Ακαδημίας των Επιστημών της Βιέννης και στο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό των Έρς και Γκρούμπερ. Ιδιαίτερα πρέπει να αναφερθεί το βιβλίο του «Οι Σλάβοι εν Ελλάδι», στο οποίο ανασκευάζει τις θεωρίες του Φαλμεράϋερ σχετικά με τον εκσλαβισμό της Ελλάδας. Η οδός Χοπφ λεγόταν αρχικά Γρεβενών (όπως και το αρχικό τμήμα της τότε οδού Ράνκε που ήταν η συνέχεια της οδού Χοπφ, με αρχή από την οδό Πάρνηθος). Αργότερα η οδός Ράνκε (από τον Λεοπόλδο φον Ράνκε, 1795 – 1886, διαπρεπή γερμανό φιλόλογο και ιστορικό) μετονομάστηκε και αυτή σε Χόπφ                                                                            και έτσι η σημερινή οδός Χοπφ εκτείνεται από την οδό Ελικώνος μέχρι την οδό Αγίας Γλυκερίας.

 

 

Χριστιανούπολις: Μεσαιωνική πόλη της Πελοποννήσου στην Τριφυλία (όπου σήμερα το χωριό Χριστιάνοι), έδρα επισκοπής τον 12ο αιώνα (έχει παραμείνει ο τίτλος του επισκόπου Χριστιανουπόλεως). Στην Χριστιανούπολη υπήρχε ο περίφημος ναός της Μεταμορφώσεως, στον οποίο αναφέρεται το λαϊκό τραγούδι «Αγιά Σωτήρα στο Μωριά και Αγιά Σοφιά στην Πόλη». Ο ναός αυτός καταστράφηκε από σεισμό το 1886. Η οδός Χριστιανουπόλεως του Γαλατσίου αποτελεί συνέχεια της ομώνυμης οδού του Δήμου Αθηναίων.

 

 

 

 

 Χρυσάνθεμα: Γένος διακοσμητικών φυτών με μεγάλα πέταλα σε διάφορα σχήματα και χρώματα, που ανήκουν στην οικογένεια των Συνθέτων. Τα περισσότερα χρυσάνθεμα ανθίζουν το φθινόπωρο και γι’ αυτό λέγονται και «αηδημητριάτικα». Υπάρχουν πολλά είδη και πολύ περισσότερες ποικιλίες, που διακρίνονται όλες για τα χαρακτηριστικά μεγάλα ωραιότατα άνθη τους (κεφαλίδες) με διάφορα χρώματα. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα καλλιεργούνται τα είδη χρυσάνθεμον το στεφανωματικόν, χρυσάνθεμον το σιτόφιλον, χρυσάνθεμον η μηκωνίς κ.α., που είναι γνωστά και ως σουτσουμίδες ή τσιτσιμίδες. Από τα ξένα είδη περισσότερο καλλιεργούνται το χρυσάνθεμον το ινδικόν και χρυσάνθεμον το σινικόν. Είναι το κατ’ εξοχήν άνθος της Ιαπωνίας και σύμβολο του έθνους αυτού. Σύμφωνα με μια γιαπωνέζικη παράδοση, μία κοπέλα περίμενε τον αγαπημένο της, που ήταν ναυτικός, να γυρίσει από κάποιο ταξίδι του και παρακαλούσε στην προσευχή της να μην του συμβεί κανένα κακό στη θάλασσα. Είδε τότε στον ύπνο της το Καλό Πνεύμα που της είπε να κατέβει στον κήπο της και να διαλέξει όποιο λουλούδι θέλει, ξέροντας ότι ο αγαπημένος της θα ζήσει τόσα χρόνια όσα είναι τα πέταλα του λουλουδιού που θα διάλεγε. Κατέβηκε λοιπόν εκείνη στον κήπο και άρχισε να ψάχνει ποιο λουλούδι είχε τα περισσότερα πέταλα. Διάλεξε ένα εκατόφυλλο τριαντάφυλλο και, βγάζοντας μια βελόνα από τα μαλλιά της, χώρισε τα πέταλά του σε πολλά μικρά – μικρά πέταλα. Έτσι γεννήθηκε το χρυσάνθεμο.

 

Ψηλορείτης: Κοινή ονομασία της Ίδης, βουνού της Κρήτης.

 

 

 

 

 

 

Ψυχάρης Γιάννης (1854 – 1929): Φιλόλογος και λογοτέχνης, πρωτοπόρος του δημοτικισμού, καθηγητής της νεοελληνικής φιλολογίας και γλώσσας στο Παρίσι, αρχηγέτης του «ψυχαρισμού», δηλ. του ακραίου (για την εποχή εκείνη) δημοτικισμού. Το έργο του «Το Ταξίδι μου» άφησε εποχή. Ήταν γαμπρός του γάλλου φιλόσοφου Ερνέστου Ρενάν.

 

 

 

 

Ωρωπός: Αρχαία πόλη της Βοιωτίας, που ανήκε αρχικά στο «Κοινόν των Βοιωτών», και νεότερη κωμόπολη με επίνειο τη Σκάλα Ωρωπού. Ο αρχαίος δήμος Ωρωπού ανήκε στην Πανδιονίδα φυλή. Η αρχική ονομασία του Ωρωπού ήταν Γραία, οι κάτοικοι ονομάζονταν Γραείς ή Γραής και η περιοχή Γραική. Κοντά στον Ωρωπό βρίσκονται τα ερείπια του Αμφιαραείου, μαντείου του Αμφιαράου. Η οδός Ωρωπού, που αρχίζει από το Δήμο Αθηναίων, διασχίζει τους Δήμους Γαλατσίου και Νέας Ιωνίας.

 

 

 

 

Στοιχεία Επικοινωνίας
Αρχιμήδους 2 & Ιπποκράτους
Τ.Κ.: 11146, Γαλάτσι
Τηλ. Κέντρο: +(30) 213.2055300
Εmail: grafeiotypougalatsi@galatsi.gr