ΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΠΑΝΤΕΛΙΑ

  1. Βαρκαλάς Πολύ διαδεδομένος τύπος σκάφους στο Αιγαίο, με άβακα (καθρέπτη) στην πρύμνη. Υπήρχαν αρκετές παραλλαγές, με κοίλο ή κυρτό το ποδόσταμα της πλώρης, αργότερα ναυπηγήθηκαν βαρκαλάδες με το ποδόσταμα της πλώρης όμοιο με αυτό του καραβόσκαρου. Η χωρητικότητά του έφτανε και τους 250 τόνους. Το αντίγραφο αυτό έχει μήκος 60 εκατοστά και η ιστιοφορία του είναι σαμπατιέρα, με φιλίσι, στραλιέρες και δύο φλόκους.
  2. Γαλιότα Η Γαλιότα ήταν πλοίο κυρίως πολεμικό του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα Ιδιαίτερα ευέλικτο, που με τα κουπιά και τη βοήθεια των πανιών μπορούσε να πλησιάσει με άνεση οποιοδήποτε εχθρικό πλοίο. Έφερε 32 κουπιά,16 σε κάθε πλευρά και πλήρωμα 80 άνδρες. Φέρει τρία κατάρτια που πάνω τους στηρίζονται τρία τριγωνικά πανιά «λατίνια».
  3. Γκάγκαλης Ο γκάγκαλης ή γκαγκαλής ήταν σκάφος της Μαύρης θάλασσας και της θάλασσας του Μαρμαρά. Τα ναυπηγεία του Πόντου, του Βοσπόρου και της Παφλαγονίας ναυπηγούσαν γκαγκαλήδες.  Η γάστρα του συγγενεύει με αυτή της πολάκας με καθρέπτη (τάκο) στην πρύμνη. Η ονομασία του προέρχεται από τη μυτερή μορφή του πλωριού ποδοστάματος, όπου «γκάγκα» στα τούρκικα σημαίνει μύτη.
  4. Διήρης εκατόντορος (Σάμαινα) Το αντίγραφο αυτό είναι μια πρόταση αναπαράστασης του πλοίου «Σάμαινα». Έχει μήκος 120 εκατοστά και φέρει πενήντα κουπιά σε κάθε πλευρά,25 σε κάθε σειρά. Είναι πλήρως εξοπλισμένο για πολεμικές επιχειρήσεις, φέροντας τον απαραίτητο οπλισμό ασπίδες δόρατα, τόξα και ακόντια. Ενώ οι ασπίδες είναι διακοσμημένες με έμβλημα, τη σπείρα (ομόκεντροι κύκλοι).

Οι πιο γνωστές διήρεις ήταν οι «Σάμαινες» που ναυπηγήθηκαν στη Σάμο στην εποχή του τυράννου Πολυκράτη (538-532π.Χ.),σε μια προσπάθεια να κάνει τη Σάμο πανίσχυρη θαλασσοκράτειρα δύναμη.

Πλήρης πολεμικός εξοπλισμός με ασπίδες, δόρατα, τόξα και βέλη Stone anchors «rosary-type.

Η κατασκευή τους γινόταν με την τότε επικρατούσα μέθοδο «πρώτα το κέλυφος». Οι Σάμαινες με «εμβόλους σεσίμωνται».  Ενίσχυαν δηλαδή το πλωριό ποδόστημα με το έμβολο, που είχε τη μορφή κάπρου και ήταν ένα πανίσχυρο όπλο, εμβολίζοντας τα εχθρικά πλοία. Κατά τον εμβολισμό επέφεραν μεγάλες ζημιές στις πλευρές των εχθρικών πλοίων, βυθίζοντάς τα.

  1. Η τριήρης των Παναθηναίων Το ομοίωμα τριήρους απεικονίζει το πλοίο, που χρησιμοποιούσαν οι Αθηναίοι στη μεγάλη γιορτή των Παναθηναίων. Τα Παναθήναια ήταν η μεγαλύτερη και λαμπρότερη γιορτή, και έχει απαθανατιστεί στη ζωοφόρο του Παρθενώνα. Γιορτάζονταν κάθε τέσσερα χρόνια στο τέλος του μηνός Εκατομβαιώνος (μέσα Αυγούστου), προς τιμή της θεάς Αθηνάς.

Αρχικά ήταν ετήσια γιορτή, όμως από την εποχή του Πεισίστρατου καθιερώθηκε να γιορτάζεται κάθε τέσσερα χρόνια, κατά τα πρότυπα των πανελλήνιων αγώνων. Η πομπή των Παναθηναίων ξεκινούσε από το Δίπυλο του Κεραμεικού, που προπορεύονταν οι “εργαστήνες“, τα κορίτσια που είχαν αναλάβει την ύφανση του μεγάλου πέπλου της θεάς Αθηνάς. Ο πέπλος είχε κεντημένες παραστάσεις από γιγαντομαχίες, στις οποίες είχε διακριθεί η θεά Αθηνά. Μετά την κατασκευή του Παρθενώνα  και την τοποθέτηση του χρυσελεφάντινου αγάλματος (ύψους 12 μέτρων) της θεάς Αθηνάς το 423 π.Χ., το μέγεθος του πέπλου είχε αυξηθεί σημαντικά.

Έτσι η μεταφορά του από το Δίπυλο στον Παρθενώνα γινόταν με τροχήλατο πλοίο, που για πανί στον κεντρικό ιστό απλωνόταν ο πέπλος της θεάς Αθηνάς. Το πλοίο αυτό ήταν μία τριήρης χωρίς κουπιά με τέσσερις τροχούς και προπορευόταν της πομπής μαζί με τις “εργαστήνες”. Ακολουθούσαν οι κοπέλες με σκεύη για τη θυσία, οι ιππείς, οι (θαλλοφόροι) ηλικιωμένοι που κρατούσαν ανθισμένα κλαδιά ελιάς στα χέρια τους, οι μέτοικοι που κρατούσαν δίσκους με τις προσφορές καρπών και γυναίκες με αγγεία νερού, για τον καθιερωμένο καθαρμό πριν τη θυσία. Στο τέλος της πομπής ήταν ζώα για τη θυσία, που γινόταν στον Κεραμεικό και όχι στον ιερό βράχο.

Η μεγάλη γιορτή περιελάμβανε αθλητικούς, μουσικούς αγώνες, διαγωνισμό ραψωδιών και τον ομαδικό διαγωνισμό χορού τον “πυρρίχιο”. Τα μεγάλα Παναθήναια καθιερώθηκαν το 565 π.Χ. Και διαρκούσαν τέσσερις μέρες. Την προηγούμενη μέρα γινόταν “η παννυχίδα”, ολονύκτια χορευτική εκδήλωση, στην οποία έπαιρναν μέρος οι νέοι και η λαμπαδηδρομία. Το έπαθλο στους αθλητικούς αγώνες ήταν ένας αμφορέας με λάδι κι ένα στεφάνι από κλαδί ελιάς. Οι παναθηναϊκοί αμφορείς στη μιά τους όψη παρίσταναν την πάνοπλη θεά Αθηνά και στην άλλη, σκηνή από το αγώνισμα στο οποίο είχε διακριθεί ο βραβευμένος αθλητής.

Το ομοίωμα αυτό, χωρίς τα 170 κουπιά  του έγινε για τις ανάγκες εκδηλώσεων του δήμου Γαλατσίου, αλλά και για άλλες σχετικές με τα Παναθήναια. Έχει μήκος 160 εκατοστά και φέρει τέσσερις ξύλινους τροχούς.

  1. Καραβόσκαρο (με στευρώσεις) Το καραβόσκαρο ήταν το πλοίο που επικράτησε το 19ο αιώνα και λόγω της ελλειψοειδούς μορφής της πρύμνης του σχεδιαζόταν μόνο με τη μέθοδο της σάλας. Το μήκος του έφτανε τα 40-50 μέτρα και η χωρητικότητά του τους 400- 500 τόνους θεωρείται δε απόγονος του βυζαντινού «δρόμωνα».

Αρχικά ήταν αλιευτικό αλλά γρήγορα επεκτάθηκε η χρήση του παντού και το συναντάμε είτε ως μεταφορικό, είτε ως πολεμικό ενώ αργότερα το συναντάμε ακόμη και ως ακτοπλοϊκό και πλοίο αναψυχής. Ο σχεδιασμός του έχει δυτικές επιρροές, ενώ το 19ο αιώνα τα μεγαλύτερα πλοία που αρμένιζαν στο Αιγαίο ήταν καραβόσκαρα.

Πολλές φορές συναντάμε καραβόσκαρα στα οποία αποτυπώνονται δύο διαφορετικοί τύποι πλοίων, που αποκαλούνται «μπάσταρδα». Άλλες φορές έχουν την πλώρη καραβόσκαρου και την πρύμνη «λίμπερτυ» ή την πλώρη τρεχαντηριού και τη πρύμνη καραβόσκαρου.

Υπήρχαν καραβόσκαρα που είχαν σχεδιαστεί για να μεταφέρουν κάρα και αργότερα αυτοκίνητα, που η χρήση τους επέβαλε να είναι τα παραπέτα τους «αμπάσα», πιο χαμηλά. Με τον τρόπο αυτό ήταν ευκολότερη η φορτοεκφόρτωση των κάρων και ονομάζονταν

  1. Μπομπάρδα με ιστιοφορία (πολάκας) Η μπομπάρδα ή βομβάρδα, ήταν κοινός τύπος σκάφους της Ανατολικής Μεσογείου. Είναι απόγονος της πολάκας, με δύο κατάρτια και ιστιοφορία πολάκας. Πλοίο του 18ου αιώνα με άβακα στην πρύμνη και η χωρητικότητά του έφτανε τους 200 τόνους.

Το αντίγραφο αυτό έχει μήκος 60 εκατοστά, με πανιά σταυρώσεις στο κατάρτι της πλώρης και «μπούμα » ημιολικό πανί και φιλίσι στο κατάρτι της πρύμνης. Φέρει επίσης τρείς φλόκους και στραλιέρες.

  1. Πεντηκόντορος Με το τέλος της περιόδου των σκοτεινών χρόνων, όπου διαπιστώνεται στασιμότητα στη ναυπηγική, μετά τον 9ο αιώνα π.Χ., η εξέλιξή της είναι εντυπωσιακή.

Είναι η εποχή που η ναυπηγική προσαρμόζεται στη νέα πραγματικότητα και ανταποκρινόμενη στις πιεστικές απαιτήσεις της ναυσιπλοΐας και του εμπορίου υιοθετεί νέες μορφές υψηλής ναυπηγικής τεχνολογίας.

Έτσι εμφανίζονται τα πρώτα αμιγώς πολεμικά πλοία, τα αποκαλούμενα «μακραί νήες», από τον 8ο αιώνα με κύριο χαρακτηριστικό τους το έμβολο, στην πρωραία απόληξη του πλοίου.

Οι τριακόντροι και πεντηκόντοροι χρησιμοποιούνται εκτεταμένα, τόσο για τη μεταφορά αγαθών, όσο και σε πολεμικές εκστρατείες. Ο ρόλος τους είναι σημαντικός, εξαιτίας της ικανότητάς τους να πλέουν αντίθετα στα θαλάσσια ρεύματα και να αντιμετωπίζουν τα εχθρικά πλοία, κατά μήκος επικίνδυνων ακτών και περασμάτων.

Η πεντηκόντορος ήταν εύελικτο ταχύπλοο πολεμικό και εμπορικό πλοίο, μήκους 35 και πλάτους 4,5 μέτρων περίπου.

Έφερε 25 κόντο-ρους (κουπιά) σε κάθε πλευρά με δύο μεγαλύτερα στην πρύμνη, ως πηδάλια, για τον έλεγχο της πλεύσης.  Μπο-ρούσε να αναπτύξει ταχύτητα μέχρι και 9 κόμβους.

Ήταν μακρόστενα πλοία ,με μικρό εκτόπισμα και ελαφρά, ώστε με ευκολία να βγαίνουν στη στεριά. Τα πολεμικά πλοία έφεραν μπρούτζινο έμβολο, για τον εμβολισμό των εχθρικών πλοίων και αργότερα ένα μεγάλο τετράγωνο πανί.

Πλοίο της προκλασικής περιόδου, η πεντηκόντορος και η τριακόντορος, έμειναν ενεργά για 1000 και πλέον χρόνια και σε παράλληλη χρήση με την τριήρη. Η πεντηκόντορος ήταν εύελικτο ταχύπλοο πολεμικό και εμπορικό πλοίο, μήκους 35 και πλάτους 4,5 μέτρων περίπου.

Για πρώτη φορά γίνεται αναφορά σε γραπτά κείμενα για τα πλοία αυτά από τον Αρχίλοχο, καταγράφον-τας τη μεταφορά κάποιου πρέσβη στην Πάρο.

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία η θρυλική «Αργώ» ήταν πεντηκόντορος που ναυπήγησε ο Άργος και χρησιμοποιήθηκε στην Αργοναυτική εκστρατεία.

  1. Πέραμα με ιστιοφορία «μπρατσέρας» Το πέραμα είναι ένα ιδιαίτερα γνωστό σκάφος του Ανατολικού Αιγαίου και της θάλασσας του Μαρμαρά. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι η ιδιομορφία των απολήξεων των κουπαστών σε πλώρη και πρύμνη. Οι δύο κουπαστές δεν συνδέονται με τα δύο ποδοστάματα, αλλά σταματούν λίγο πριν.  Στην πλώρη επίσης φέρει καθρέπτη, κάθετα στην κουβέρτα, στα σημεία όπου σταματούν οι κουπαστές, συν-δέοντας τα δύο παραπέτα.

Είναι ένα ιδιαίτερα καλλίγραμμο σκάφος του 19ου και 20ου αιώνα με δύο κατάρτια και δύο μπούμες. Υπήρχαν ωστόσο περάματα μονοκάταρτα με λατίνι και κωπήλατα για πειρατικές ή πολεμικές επιχειρήσεις.

Περάματα ναυπηγούνταν στη Σύρο, στο Πλωμάρι της Λέσβου και στη Σάμο. Σήμερα πλέον δεν κατασκευάζεται, υπάρχουν όμως περάματα, που έχουν μετασκευασθεί και χρησιμοποιούνται ως σκάφη αναψυχής.

  1. Πλοίο αρχαϊκής εποχής Αντίγραφο πλοίου Αρχαϊκής εποχής (6ος αιώνας π.Χ.,), όπως αυτό απεικονίζεται σε εγχάρακτη βραχογραφία στην Αμοργό. Το πλοίο αυτό αποκαλύφθηκε από την καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κυρία Λίλα Μαραγκού, που χρονολογικά τοποθετείται στην όψιμη αρχαϊκή εποχή.

Βραχογραφία Αμοργού

Πολύκωπο πλοίο που στην πλώρη έχει τη μορφή κεφαλιού θαλάσσιου κήτους. Φέρει δύο πηδάλια στην πρύμνη και ένα κατάρτι στο μέσο περίπου του πλοίου, με ένα μεγάλο τετράγωνο πανί.

  1. Πλοίο πρωτοκυκλαδικής περιόδου 1800-2300 π.Χ. Η γεωγραφική θέση των Κυκλάδων καθορίζει τον εμπορικό και ναυτικό χαρακτήρα των κατοίκων τους, γεφυρώνοντας τα παράλια της Μικράς Ασίας με τη νησιώτικη και ηπειρωτική Ελλάδα. Σήμερα τα αρχαιολογικά δεδομένα είναι τέτοια, που μας επιτρέπουν να έχουμε μια πιο ασφαλή προσέγγιση της ζωής και του πολιτισμού των κυκλαδιτών της τρίτης χιλιετίας π.Χ. Καθοριστικό ρόλο στη ζωή και τον πολιτισμό τους έπαιζε πάντοτε το πλοίο.

Το πλοίο κατά την πρωτοκυκλαδική περίοδο 2800 – 2300 π.Χ. το συναντάμε κυρίως στα τηγανόσχημα αγγεία της εποχής. Στην πραγματικότητα πρόκειται για εγχάρακτες παραστάσεις, με γεωμετρική αισθητική πάνω σε κεραμικά σκεύη. Στο τηγανόσχημο της Σύρου, αλλά και σε άλλα σκεύη έχουμε μια παράσταση, αφηγηματικού χαρακτήρα, που απεικονίζεται πλοίο με υπερυψωμένη τη μια άκρη, με δύο σειρές παράλληλων γραμμών για τα κουπιά και την προέκταση της καρίνας πέραν από το ποδόσταμα.

Κέλυφος ραμμένο με δερμάτινους ιμάντες

Το ομοίωμα του ψαριού και το λάβαρο είναι τοποθετημένο στο υψηλότερο σημείο του ακρόπλωρου. Η υπόλοιπη επιφάνεια είναι διακοσμημένη με σπείρες, που συμβολίζουν τη θάλασσα. Αυτό όμως που για πολλά χρόνια υπήρξε αντικείμενο διαμάχης και συζητήσεων, ήταν η απάντηση στο ερώτημα ποια ήταν η θέση της πλώρης και ποια της πρύμνης. Αν όμως θεωρήσουμε ότι ο χαράκτης ήθελε να δώσει προοπτική κίνησης στο πλοίο, τότε εύκολα διαπιστώνουμε ότι η κλίση των κουπιών είναι τέτοια ώστε να ακολουθούν την πορεία του. Έτσι φαίνεται καθαρά πως η υπερυψωμένη κατασκευή είναι το ποδόσταμα της πλώρης. Την άποψη αυτή ήρθαν αργότερα να ενισχύσουν αρκετές αρχαιολογικές μελέτες. Αλλά και η εξέλιξη του πλοίου με υπερυψωμένη την πλώρη διακρίνεται και σε μεταγενέστερα ναυπηγήματα όπως είναι τα πλοία στην τοιχογραφία στο Ακρωτήρι της Θήρας, στο πλοίο της μυκηναϊκής περιόδου και το πλοίο του Χέοπα στην Αίγυπτο. Το ομοίωμα αυτό είναι φτιαγμένο από ελληνικό πεύκο (χαλέπιος πεύκη) και τα μαδέρια του κελύφους είναι πελεκητά προκειμένου να εξασφαλισθεί η κυρτότητα στις διαστάσεις που πρέπει και να εφάπτεται αποτελεσματικά το ένα πάνω στο άλλο.

Yπερυψωμένο ποδόσταμο της πλώρης

Κατά διαστήματα έχουν ανοιχτεί οπές στις εφαπτόμενες επιφάνειες που καταλήγουν στις κάθετες εσωτερικές επιφάνειες. Μέσα από τις οπές περνάει δερμάτινος ιμάντας και με τη βοήθεια καδρονιών με στρογγυλεμένες τις πάνω γωνίες, εξασφαλίζεται η απαραίτητη στιβαρότητα της κατασκευής. Στη συνέχεια ράφτηκαν οι απαραίτητοι νομείς στο κέλυφος. Για την κατασκευή χρησιμοποιήθηκαν μόνο δερμάτινοι ιμάντες, για το ράψιμο και ξυλόκαρφα όπου χρειάστηκε αποφεύγοντας τελείως μεταλλικά καρφιά ή άλλα μεταλλικά εξαρτήματα.

Έχει μήκος 110 εκατοστά, άνοιγμα στο μέσο της γάστρας 11 εκατοστά, ύψος γάστρας 12 εκατοστά και φέρει 30 κουπιά. Σχεδιάστηκε και κατασκευάσθηκε, σύμφωνα με τις παραστάσεις που υπάρχουν και τις σχετικές αρχαιολογικές μελέτες.

  1. Πλοίο Ρωμαϊκής εποχής Αντίγραφο πλοίου Ρωμαϊκής εποχής

Στη Ρωμαϊκή εποχή, η ναυπηγική τέχνη παρουσιάζει στασιμότητα, χωρίς κάποια αξιόλογη εξέλιξη.

Το αντίγραφο αυτό φέρει 32 κουπιά,16 από κάθε πλευρά, δύο πηδάλια στην πρύμνη και ένα κατάρτι στη μέση περίπου του σκάφους με ένα μεγάλο τετράγωνο πανί.

  1. Πλοίο της Θήρας (Σαντορίνης) Στη δεύτερη χιλιετία π.Χ. η ναυπηγική παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Στις τοιχογραφίες της Θήρας (Σαντορίνης) απεικονίζεται στόλος με πλοία, τα χαρακτηριστικά των οποίων καταδεικνύουν τη μινωϊκή προέλευσή τους. Το σχήμα των πλοίων αυτών έχουν τη μορφή ημισελήνου, που είναι το κύριο χαρακτηριστικό των παραστάσεων πλοίων στους μινωϊκούς σφραγιδόλιθους.

Σύμφωνα με τα ευρήματα των ερευνητών, τα πλοία αυτά ήταν μεγαλύτερα των 30 μέτρων και έφεραν 18- 21 ζεύγη κουπιών. Στο μέσο περίπου του πλοίου υπήρχε κατάρτι που πάνω του έφερε ένα μεγάλο τετράγωνο πανί. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ερευνητών το κατάρτι κατέβαινε και στηριζόταν σε διχαλωτούς στύλους, διατηρώντας το σε οριζόντια θέση. Το μήκος του είναι περίπου το τετραπλάσιο του βάθους του, μέχρι την «καπελαδούρα» των ξαρτιών.

Αντίγραφο πλοίου Μυκηναϊκής εποχής

Το αντίγραφο αυτό είναι μια πρόταση αναπαράστασής πλοίου της Θήρας, όπως αυτό απεικονίζεται στην τοιχογραφία της στο Ακρωτήρι της Σαντορίνης.

Διακρίνονται τα πηδάλια , η καμπίνα καθώς και η κινητή γέφυρα για την επιβίβαση και αποβίβαση

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό των πλοίων εκείνης της εποχής, ήταν η καμπίνα της πρύμνης στην οποία καθόταν ο κυβερνήτης ή άλλο τιμώμενο πρόσωπο. Σύμφωνα με τις ως τώρα επικρατούσες θεωρίες η καμπίνα αυτή έχει αιγυπτιακές ρίζες. Όμως όπως υποστηρίζουν δύο νεότερες ανεξάρτητες μελέτες η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, που κατέστρεψε το μινωϊκό πολιτισμό έγινε ένα αιώνα νωρίτερα, Επομένως η προσθήκη καμπίνας στη πρύμνη, ξεκίνησε στη μινωϊκή εποχή, που μεταφέρθηκε και στην Αίγυπτο.

Τοιχογραφία στο Ακρωτήρι της Θήρας

Το μεγαλύτερο μέρος του καταστρώματος καλύπτεται από στέγαστρο, προστατεύοντας τους επιβάτες από ήλιο και βροχή. Στην πλώρη υπάρχει μεγάλου μήκους αντένα, που πιθανόν χρησιμοποιούσαν για την πρόσδεση αλλά και για τον ελλιμενισμό σε αβαθή και μικρούς όρμους

Στην πρύμνη υπάρχει, η πιθανόν, κινητή τριγωνική απόληξη, που για τη χρησιμότητά της έχουν γίνει πολλές συζητήσεις. Όπως φαίνεται όμως, πρόκειται για κινητή γέφυρα με μικρό τροχό στο άκρο, που χρησίμευε κατά την επιβίβαση και αποβίβαση.

  1. Πλοίο της Ινέπολης (Πόντου) Το πλοίο της Ινέπολης κατασκεύαζαν Έλληνες καραβομαραγκοί στην Ινέπολη που του Πόντου, που βρισκόταν στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστό γιατί δεν έβγαινε σε ανοιχτή θάλασσα, έξω από τα Δαρδανέλια.

Το πλοίο αυτό κατασκευαζόταν με τη μέθοδο «πρώτα το κέλυφος», αν και η μέθοδος αυτή είχε εγκαταλειφθεί από το 10ο αιώνα. Ήταν ιδιαίτερα καλαίσθητο σκαρί, μαύρου κυρίως χρώματος, ενώ η πλώρη και η πρύμνη ήταν διακοσμημένη με ξυλόγλυπτες παραστάσεις.

Το αντίγραφο αυτό έχει μήκος 70 εκατοστά με ιστιοφορία «σακολέβας» και η «λαγουδέρα» (πηδάλιο) καθώς και η πλώρη και η πρύμνη έχουν διακοσμηθεί με ανάγλυφες παραστάσεις.

  1. Πλοίο της Κηρύνειας (ΚΥΠΡΟΣ ) Το 1965 ο δύτης Φώτης Καριόγλου , σε μια κατάδυσή του, εντόπισε σωριασμένους αμφορείς σε βάθος 30 μέτρων, μόλις 3 μίλια από την ακτή, της πόλης της Κηρύνειας. Δύο χρόνια αργότερα άρχισαν οι έρευνες από μια μικρή ομάδα επιστημόνων, με επικεφαλής το Μιχαήλ Κάζεφ από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας. Με την ολοκλήρωση της έρευνας  του ναυαγίου, το 1968,δόθηκε η άδεια από την κυπριακή κυβέρνηση για την ανέλκυση του φορτίου και του κουφαριού του πλοίου. Βρέθηκαν 403 αμφορείς, οι περισσότεροι ροδιακού τύπου, που χρονολογούνται στο τελευταίο τρίτο του 4ου π.Χ. αιώνα, καθώς και άλλοι 11 διαφόρων τύπων . Πρέπει με αυτούς να μετέφεραν αγαθά σε υγρή μορφή πιθανότατα κρασί από τη Ρόδο και τη Σάμο. Βρέθηκαν επίσης 29 μυλόπετρες οι περισσότερες ημιτελείς σε διάφορες διαστάσεις, με διαφορετικό βαθμό επεξεργασίας και δεν αποτελούν ζεύγη. Πιθανόν να έχουν μείνει από προηγούμενο φορτίο και χρησίμευαν σαν έρμα για την ευστάθεια του πλοίου. Εντοπίσθηκαν επίσης 10000 αμύγδαλα και 14760 σπόροι σύκων, καθώς και αρκετά προσωπικά αντικείμενα και σκεύη για τα γεύματα του πληρώματος.

Τόσο από τα προσωπικά αντικείμενα του πληρώματος, όσο και από τους αμφορείς, το ταξίδι του θα πρέπει να ξεκίνησε από τη Ρόδο, έφτασε στη Σάμο, όπου φόρτωσε τα αμύγδαλα και συνεχίζοντας το ταξίδι του πέρασε από διάφορα λιμάνια μέχρι την Κηρύνεια. Η χρονολόγηση των οργανικών υλικών  έδειξε ότι το πλοίο κατασκευάσθηκε το 389 π.Χ. και τα αμύγδαλα χρονολογήθηκαν το 288 π.Χ., που σημαίνει πως το πλοίο ταξίδευε για έναν αιώνα.

Η ανέλκυση των τμημάτων του πλοίου έγινε προσεκτικά δεδομένου ότι η περιεκτικότητα του ξύλου ήταν κατά 75% νερό με κίνδυνο να καταστραφεί ολοσχερώς. Όλα τα τμήματα του πλοίου μεταφέρθηκαν στο «Κάστρο» της Κηρύνειας, όπου έγινε το πλύσιμο, η αφαίρεση του νερού και η αποκατάσταση αντοχής και εμφάνισης των ξύλινων μερών. Στη συνέχεια έγινε η συναρμολόγηση και η ολοκλήρωση των εργασιών με την τοποθέτηση κλιματιστικής μονάδας που κρατά σταθερή την υγρασία και τη θερμοκρασία του χώρου.

Δυστυχώς όμως πριν ολοκληρωθούν όλες οι εργασίες έγινε η εισβολή και κατοχή από την Τουρκία, το 1974. Χάρη στη γνωστή υποκρισία της διεθνούς κοινότητας (ΟΗΕ) των «φίλων» και «συμμάχων» χωρών, που όχι μόνο βοήθησαν στον τερματισμό της παράνομης κατοχής, αλλά συνεχίζουν να βοηθούν, όπως πάντα ύπουλα, στην εμβάθυνση και νομιμοποίησής της.

Το πλοίο της Κηρύνειας είναι φορτηγό πλοίο μεταφοράς εμπορευμάτων τύπου «ολκάς» με ένα τετράγωνο πανί. Έχει μήκος 14 μέτρα και πλάτος 4,5 μέτρα. Το αντίγραφο αυτό έχει μήκος 80 εκατοστά και πλάτος 24,8 εκατοστά.

Μυλόπετρες και αμφορείς στα αμπάρια του πλοίου

Η κατασκευή του δε έγινε με τη μέθοδο «πρώτα το κέλυφος». Δηλαδή πρώτα τοποθετήθηκαν τα πελεκητά μαδέρια του πετσώματος και συνδέθηκαν μεταξύ τους με τόρμους και εντορμίες (μόρσα) και στη συνέχεια προσαρμόστηκαν οι νομείς για την ενίσχυση της γάστρας του πλοίου.

  1. Σαντάλα Στη θάλασσα του Μαραμαρά και στην Προποντίδα τα αλιευτικά σκάφη ήταν κυρίως κωπήλατα και μακρόστενα για να κινούνται με μεγαλύτερη ταχύτητα. Τα πλέον διαδεδομένα ήταν οι αλαμάνες και οι σαντάλες ή σαμτάλες. Τα σκάφη αυτά τα χρησιμοποιούσαν για το ψάρεμα της παλαμίδας, του κολιού, της σαρδέλας κλπ. Η σαντάλα ήταν περισσότερο γνωστή στη θάλασσα του Μαρμαρά.

Η καταγωγή της προέρχεται από το βυζαντινό «σανδάλιον»,με κυρτά τα δύο ποδοστάματα πλώρης και πρύμνης, που ήταν εμπορικό και βοηθητικό σε πολεμικές επιχειρήσεις. Έφερε 10 έως 14 κουπιά και πλήρωμα 18 έως 20 άνδρες. Οι σαντάλες ανάλογα με το μήκος τους και τον αριθμό των κουπιών ονομάζονταν μπιγιαντέ ή μπογιαντές ή μπουγιαντές με λιγότερο από 10 κουπιά και πλήρωμα 12 άνδρες και το κούντελο ή κούτελο, που είχε το ίδιο μήκος με το μπιγιαντέ, με τον ίδιο ή με μικρότερο αριθμό κουπιών, με καθρέπτη «άβακα» στην πρύμνη και λιγότερο καμπυλωτή την πλώρη.

Πλώρη σαντάλας, ενώ διακρίνονται τα δίχτυα και η λίθινη άγκυρα.

Ξυλόγλυπτη παράσταση στην πλώρη και ο ιππόκαμπος στο κοράκι

Το μήκος της σαντάλας έφτανε τα 17,4 μέτρα και το φάρδος της τα 2,80 μέτρα. Έφερε τόσα σέλματα όσα και τα ζεύγη κουπιών (7) ενώ στην πρύμνη και στην πλώρη υπήρχαν καταστρώματα, για να κινούνται με άνεση οι ψαράδες και εσωτερικά κάτω από τα καταστρώματα αποθήκευαν τα δίχτυα και άλλα εργαλεία για το ψάρεμα. Ήταν διακοσμημένες με ζωγραφιστές ή ξυλόγλυπτες παραστάσεις σε πλώρη και πρύμνη, ενώ στο ποδόσταμα (κοράκι) της πλώρης και πάνω από το ύψος της κουπαστής απεικονιζόταν ο Άγιος Γεώργιος.

Το ψάρεμα γινόταν με το γρίπο (συρόμενα δίχτυα) και ήταν βαμβακερά πλεμάτια (δίχτυα),ενώ υπήρχαν διαφορετικά είδη γρίπων ανάλογα με το είδος των ψαριών. Αυτά ήταν ο κολιάγριπος ή κολιαρουδόγρι-πος, ο παλαμιδόγριπος, ο σαρδελόγριπος, το ζαργανιό, ο χαψόγριπος κλπ. Συνήθως το ψάρεμα γινόταν από μια ομάδα πέντε σκαφών διαφορετικού μήκους. Η σαντάλα πήγαινε μπροστά και ακολουθούσαν δύο σκάφη μπιγιαντέ, το κούντελο και τελευταίο ένα ακόμη μικρότερο με δύο κουπιά.

Το αντίγραφο αυτό έχει μήκος 174 εκατοστά με κλίμακα 1/10.Εχει δοθεί μετά από αίτημά του στον πρόεδρο της κοινότητας Νέας Περάμου Αττικής κ. Παναγιώτη Παρασκευά.

  1. Τρεχαντήρι με ιστιοφορία «μπρατσέρας» Ο πιο διαδεδομένος τύπος σκάφους στο Αιγαίο, που σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως σαν αλιευτικό. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι η κυρτότητα του ποδοστάματος της πλώρης, που πολλές φορές πλησιάζει το τεταρτημόριο του κύκλου. Η ονομασία του, ίσως να προέρχεται από τη λέξη «τροχαντή-ρα»,που αναφέρεται σε βυζαντινά κείμενα του 10ου αιώνα μ.Χ. και σημαίνει ποδόσταμα της πρύμνης.

Σήμερα τα περισσότερα τρεχαντήρια έχουν μήκος 8-15 μέτρα και η χωρητικότητά τους φτάνει τους 40-50 τόνους. Σαν ιστιοφόρα τα τρεχαντήρια έφταναν ακόμη και τους 250 τόνους χωρητικότητα. Σαν αλιευτικό είχε συνήθως ένα κατάρτι που πάνω του έφερε ένα τριγωνικό πανί τύπου λατίνι ή σακολέβα, ενώ αργότερα έφερε δύο κατάρτια με δύο μπούμες και ονομαζόταν λόβερο. Η εξέλιξη της σπογγαλιείας, επέβαλε μία ακόμη παραλλαγή το «μηχανοκάικο», εξ αιτίας της μηχανικής τροφοδοσίας με αέρα στο δύτη.

  1. Τρεχαντήρι Το τρεχαντήρι διακρίνεται από το καμπυλωτό ποδόσταμα της πλώρης, ενώ η σχέση πλάτους προς μήκος είναι 1 προς 3. Θεωρείται το πιο ασφαλές σκάφος, ταξιδεύοντας χωρίς δυσκολία με οποιοδήποτε καιρό. Όπως έχει καταγραφεί, όταν τα πρώτα ατμόπλοια έπρεπε να παραμείνουν δεμένα στα λιμάνια, για πολλές ημέρες, λόγω θαλασσοταραχής τα δρομολόγιά τους γίνονταν από τα τρεχαντήρια. Είναι ο πιο διαδεδομένος τύπος σκάφους στο Αιγαίο, που συνεχίζει να ναυπηγείται ακόμη και σήμερα στα λιγοστά παραδοσιακά ναυπηγεία που έχουν απομείνει.

Η χωρητικότητα του τρεχαντηριού σαν ιστιοφόρο έφτανε τους 250 τόνους, ενώ τα σύγχρονα έχουν μήκος 8-15 μέτρα και χωρητικότητα τους φτάνει τους 40-50 τόνους.

Οι παλαιότερες μαρτυρίες σύμφωνα με τον Γ.Δ.Κριεζή, χρονολογούνται το 1658 Όπως αναφέρεται οι Δέντες, Κριεζής, Γκίκας, Γκιώνης και άλλοι, μετά από την περίοδο αιχμαλωσίας τους από τους πειρατές, επέστρεψαν στην Ύδρα και έφτιαξαν τα πρώτα τρεχαντήρια. Το 19ο αιώνα τα περισσότερα τρεχαντήρια είχαν ναυπηγηθεί στην Ύδρα και τις Σπέτσες. Ο Ιω. Θεοφανίδης στο βιβλίο του «Το Ελληνικόν ναυτικόν 1824-1826» στη σελίδα 231 αναφέρει ότι το τρεχαντήρι είναι απόγονος του τραμπάκουλου (τραμπάκολο) το οποίο ήταν μικρό ιστιοφόρο της Αδριατικής. Βέβαια το βιβλίο αυτό δεν καταπιάνεται με το θέμα της καταγωγής του. Παρόμοια σκάφη με το τρεχαντήρι έχουν βρεθεί σε αρκετά σημεία της Ανατολικής Μεσογείου, Βόρεια της Αφρικής και στα παράλια της Τουρκίας.

  1. Τσερνίκι Ένας ιδιαίτερος τύπος σκάφους του Αιγαίου, που εξαφανίσθηκε μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ήταν οξύπρυμνο και μονόστηλο και έφερε πάντοτε μεγάλη σακολαίφη. Ήταν γρήγορο, και άντεχε ακόμη και στις πλαγιοδρομίες Τα σκάφη αυτά εξυπηρετούσαν την επικοινωνία μεταξύ των νησιωτών. Στην Τουρκία στις ανατολικές ακτές του Αιγαίου τα αποκαλούσαν «καραμουσάλ».

Στη Σύμη ναυπηγούσαν μικρά τσερνίκα για την σπογγαλιεία. Υπήρχαν και τσερνίκια, που έφεραν άβακα (καθρέπτη), στο ποδόσταμα της πρύμνης.

Στη Μύκονο τα σκάφη αυτά με ιστιοφορία σακολέβας τα αποκαλούσαν «μπελούδες».

 

Κείμενα: Μάρκος Παντελιάς

Πληροφορίες: Γιάννης Παντελιάς, 6977911398

Γιώργος Παντελιάς, 6973761862

 

 

 

 

 

Στοιχεία Επικοινωνίας
Αρχιμήδους 2 & Ιπποκράτους
Τ.Κ.: 11146, Γαλάτσι
Τηλ. Κέντρο: +(30) 213.2055300
Εmail: grafeiotypougalatsi@galatsi.gr
[contact-form-7 404 "Not Found"]